G. Caffentzis - Ερμηνεύοντας την κρίση των τροφίμων

του George Caffentzis
Δημοσιεύτηκε στo portal Midnight Notes
Μετάφραση: Hobo

 

 ____________________

 

Σημείωμα μεταφραστή

Το τρομερό ενδιαφέρον αυτού του κειμένου είναι ότι αντιμετωπίζει την κρίση των τροφίμων σαν ένα πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, ανάμεσα σε διευθύνοντες και διευθυνόμενους. Με αυτό τον τρόπο αποπειράται να διαλύσει όλους τους μύθους που μας πουλάνε καθημερινά τόσο οι δημοσιογράφοι των ΜΜΕ και των οικονομικών σελίδων των εφημερίδων, όσο τα κράτη και οι «σοβαροί» οικονομικοί αναλυτές, αριστεροί και δεξιοί, καπιταλιστές και δήθεν αμφισβητίες της καπιταλιστικής λογικής και πρακτικής. Τους μύθους που μιλάνε για παράδειγμα για «κερδοσκόπους», που ευθύνονται για την κρίση των τροφίμων, χωρίς να εξηγούν γιατί αυτοί οι κερδοσκόποι επένδυσαν  στις μετοχές των εταιριών τροφίμων για να βγάλουν κέρδος, και ποια πολιτική και οικονομική πρακτική τους ώθησε/ ευνόησε προς αυτή την κατεύθυνση.

Εξάλλου εν μέσω μιας νέας μεγάλης χρηματιστηριακής κρίσης, είμαστε βαθιά υποψιασμένοι ότι τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στις ίδιες αιτίες που καταδεικνύει ο συγγραφέας αυτού του κειμένου.

Ο  Caffentzis είναι πολιτικός αγωνιστής και ανήκει στην μεγάλη παράδοση της αμερικάνικης αυτονομίας. Στα ελληνικά έχουν δημοσιευτεί αρκετά γραπτά του, τα περισσότερα από τα οποία μπορούν να βρεθούν στα αγγλικά στην ιστοσελίδα της κολεκτίβας -  Midnight Notes - που είναι μέλος.

 

Μετά από τρεις δεκαετίες σχετικής σταθερότητας, κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριετίας οι τιμές των τροφίμων άρχισαν να αυξάνονται δραματικά. Από τον Μάη του 2007 και μέχρι τον Μάη του 2008 η τιμή του καλαμποκιού αυξήθηκε κατά 46%, του σιταριού κατά 80%, της σόγιας κατά 72% και του ρυζιού κατά 75%. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, σύμφωνα με το Παγκόσμιο πρόγραμμα την Ηνωμένων Εθνών για τα τρόφιμα (UN World Food Program), 130 εκατομμύρια άνθρωποι να προστεθούν στα εκατοντάδες εκατομμύρια  των ήδη λιμοκτονούντων ή υποσιτιζόμενων πληθυσμών.

    Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι σε μια ντουζίνα πόλεων σε όλο τον κόσμο, από το Πορτ-ο-Πρενς μέχρι το Κάιρο και την Μανίλα, οι άνθρωποι έχουν κατέβει στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι ενάντια στην οικονομική «ποινή θανάτου» που τους έχει επιβληθεί, αναγνωρίζοντας ξεκάθαρα πως οι διακυμάνσεις στις τιμές των εμπορευμάτων δεν αποτελούν «γεγονότα της φύσης». Πράγματι, τα «ιερογλυφικά» των τιμών των τροφίμων και κρύβουν και αποκαλύπτουν ένα κόσμο σχεδίων, πολιτικών και αγώνων, τον οποίο οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε προκειμένου να ερμηνεύσουμε τις ρίζες της «κρίσης των τροφίμων».


Οι «τέλειες θύελλες» (perfect storms) και οι «παράλογες φούσκες» (irrational  bubbles)

Το πρώτο μας βήμα πρέπει να είναι η κατάρριψη του χαρακτηρισμού αυτής της κρίσης ως «τέλειας θύελλας», ως αποτέλεσμα, δηλαδή, ενός συνδυασμού παραγόντων που κανείς δεν ήταν σε θέση να προβλέψει. Τίποτα άλλο δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από την αλήθεια. Όπως και με την «ενεργειακή κρίση», η οποία έστειλε τις τιμές του πετρελαίου στον ουρανό, η άνοδος των τιμών στα τρόφιμα βασικής διατροφής ήταν εύκολα προβλέψιμη, όπως και πραγματικά έγινε από αναλυτές και ακτιβιστές σε όλο τον κόσμο. Για χρόνια, πράσινοι, οικο-φεμινίστριες και πάνω από όλα μέλη των κινημάτων ειρήνης ισχυρίζονταν πως οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβάλλει η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις χώρες του παγκόσμιου Νότου, στο όνομα της οικονομικής ανάκαμψης και της δομικής προσαρμογής θα είχαν καταστροφικά αποτελέσματα στην παραγωγή τροφίμων και στην ικανότητα των ανθρώπων να «αναπαραγάγουν εαυτούς».[i]

    Παρόλα αυτά, η δομική προσαρμογή παρέμεινε μέχρι και σήμερα η Βίβλος της ρύθμισης των οικονομιών σε Αφρική, Ασία και Λατινική Αμερική. Με βάση την πολιτική αυτή, οι τοπικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να ιδιωτικοποιήσουν το χρόνο μίσθωσης της γης (land tenure), να κόψουν τις επιδοτήσεις στους αγρότες, να ανακατευθύνουν των γεωργική παραγωγή προς εξαγόμενα αγαθά και κατά συνέπεια να ανοίξουν την πόρτα στην εισαγωγή τροφίμων (ειδικά από τις ΗΠΑ και τις χώρες της ΕΕ). Επιπρόσθετα, αναγκάστηκαν να καταστρέψουν τα αποθέματα τροφίμων με το επιχείρημα ότι τέτοιοι προστατευτικοί μηχανισμοί δεν έχουν θέση στο ελεύθερο εμπόριο και την παγκόσμια οικονομία, όπου τα τρόφιμα φτάνουν εύκολα και φτηνά στα χέρια των καταναλωτών.

    Ακόμα κι όταν συσσωρεύονταν οι ενδείξεις πως αυτές οι πολιτικές δημιουργούσαν συνθήκες λιμού και μείζονα εξάρθρωση του κοινωνικού ιστού, αναγκάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους να εξαρτώνται από τις ιδιοτροπίες της διεθνούς αγοράς, οι όποιες ενστάσεις απορρίφθηκαν. «Ειδικοί» επικαλέστηκαν την αρχή του «συγκριτικού πλεονεκτήματος», οπότε και κρίθηκε  «σκανδαλώδες» για τις χώρες του Νότου να απαιτούν «διατροφική ανεξαρτησία», δηλ. «το δικαίωμα κάθε πληθυσμού να αποφασίζει τι θα φάει και πώς θα το παράγει, έχοντας πρόσβαση σε γη και δάνεια με φτηνά επιτόκια», τη στιγμή που τα τρόφιμα βασικής ανάγκης αυτών των χωρών μπορούν να παράγονται «πιο αποδοτικά» στις ΗΠΑ[ii]. Σαν αποτέλεσμα και σε διάστημα δύο δεκαετιών, οι χώρες αυτές, εντελώς αυτάρκεις στην παραγωγή τροφίμων, μετατράπηκαν σε δίκτυο εισαγωγέων των τροφικών αποθεμάτων από την Ευρώπη, ή τις ΗΠΑ και εκατομμύρια μικρών γεωργών καταστράφηκαν, εξαναγκασμένοι να μεταναστεύσουν σε πόλεις ή στο εξωτερικό. Πολλοί δε από αυτούς στην Ινδία, συντετριμμένοι από τα χρέη, οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία (150000 τα τελευταία χρόνια)[iii].

    Παρομοίως στην Ευρώπη, με τη δημιουργία της Κοινής Αγοράς, η δυνατότητα τροφικής αυτάρκειας υπονομεύθηκε,  καθώς ο σχεδιασμός της γεωργικής παραγωγής στηρίζεται στη συντήρηση μιας κερδοφόρου δομής τιμών, ακόμα κι αν αυτή επιτυγχάνεται μέσω της καταστροφής του πλεονάσματος. Στην πραγματικότητα, η δημιουργία ενός υψηλά κερδοφόρου γεωργικού τομέα σημαίνει τη θέσμιση αναλογιών ρύθμισης της ποσότητας των προϊόντων που ένα μέλος της Ένωσης επιτρέπεται να παράγει καθώς και την επιβολή αυστηρών προστίμων σε εκείνους που υπερβαίνουν αυτές τις ποσότητες. Με βάση την αναλογία που αντιστοιχεί στη χώρα, γαλακτοπαραγωγοί έχουν, κατά καιρούς, αναγκαστεί να θανατώσουν τις «πλεονάζουσες» αγελάδες τους έναντι αποζημίωσης, ούτως ώστε η παραγωγή γάλακτος να μην υπερβεί τα όρια που έχουν προγραφεί, έχουν πληρώσει πρόστιμα μη συμμόρφωσης, ενώ και άλλοι αγρότες έχουν αναγκαστεί να ξεριζώσουν οπωροφόρα δέντρα, να καταστρέψουν τις «πλεονάζουσες» σοδειές κοκ.

    Συνοψίζοντας, ενώ η επίσημη ρητορική εκφρασμένη από τον οργανισμό για τα τρόφιμα και την γεωργία (FAO), έχει θέσει σα στόχο την παγκόσμια «ασφάλεια τροφίμων», η παραγωγή τεχνητής «έλλειψης» στην υπηρεσία των υψηλότερων κερδών, καθώς και η απάλειψη των αυτοσυντηρούμενων αγροτών έχουν γίνει η πραγματική κατευθυντήρια οδηγία της διεθνούς πολιτικής για τα τρόφιμα, εδώ κι αρκετό καιρό.

    Υπό τις συνθήκες αυτές, γίνεται εμφανής ο προκαλυμματικός χαρακτήρας της άποψης ότι η «διατροφική κρίση» προέκυψε άνευ προθέσεως και οφείλεται στις υψηλές τιμές του πετρελαίου, στην αλλαγή καλλιέργειας της γης υπέρ των βιοκαυσίμων, ή στην αυξημένη ζήτηση σόγιας στην Κίνα. Πράγματι, αποτελεί άσκηση κυνισμού της Παγκόσμιας Τράπεζας «να κουνάει το δάκτυλο» στις κυβερνήσεις που προάγουν την παραγωγή βιοκαυσίμων, όπως συνέβη πρόσφατα.[iv] Η παραγωγή βιοκαυσίμων είναι πλήρως εναρμονισμένη με τις πολιτικές προτάσεις που έχουν συστηματικά προάγει την εμπορευματοποίηση της γεωργίας και την μεγιστοποίηση του κέρδους σε βάρος των υποκείμενων αναγκών.

    Η «Τέλεια θύελλα», όμως, δεν αποτελεί την μόνη προσπάθεια συγκάλυψης των κοινωνικών παραγόντων που ευθύνονται για την ξαφνική αύξηση των τιμών των τροφίμων. Η κρίση αποδίδεται συχνά στο «ράλλυ» των διεθνών τιμών των προϊόντων – οι γνωστές «φούσκες» - που καθοδηγούνται από την παράλογα κερδοφόρα δραστηριότητα κοντόθωρων επενδυτών, οι οποίοι πλειοδοτούν στο μέλλον του σιταριού, του καλαμποκιού, του ρυζιού μακριά από την «πραγματική αξία» τους, σε μια απελπισμένη επιθυμία να «στίψουν» και την τελευταία σταγόνα κέρδους πριν η φούσκα σκάσει και οι τιμές καταρρεύσουν. Υπονοείται, λοιπόν, ότι οι επενδυτές αυτοί έχουν παγιδευτεί σ’ αυτή την διαδικασία, ομοίως με τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν χρήματα για να πληρώσουν το καλαμποκάλευρο για να φτιάξουν τις τορτίγιες της μέρας! Έτσι, σύμφωνα με αυτή την λογική, αν μια αγοραστική φούσκα είναι υπεύθυνη για τον θάνατο από πείνα και υποσιτισμό εκατομμυρίων, τότε κανένας δεν είναι υπεύθυνος.

    Η περιγραφή της ανόδου των τιμών ως «φούσκας» είναι εύλογη, καθώς όλο και περισσότερες όψεις του καπιταλισμού σ’ αυτή την νεοφιλελεύθερη περίοδο, έχουν «οικονομικοποιηθεί». Έτσι, οι μεγάλες εμπορικές συναλλαγές στην αγορά γεωργικών προϊόντων και τροφίμων και η αντίστοιχη διαχείριση κερδοσκοπικού κεφαλαίου έχουν συνδεθεί με αγροεπιχειρήσεις και εταιρίες παρασκευής τροφίμων (food processing firms) στο ρόλο των κύριων αγοραστών και πωλητών. Οι εταιρίες αυτές δεν εμπλέκονται με σκοπό το κέρδος από την εμπορία προϊόντων ή την παραγωγή άλλων εμπορευμάτων, αλλά με στόχο την απόκτηση και διαπραγμάτευση του δικαιώματος πώλησης εμπορεύματος σε κάποια καθορισμένη τιμή στο μέλλον. Αυτή η κίνηση δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες για την ανάπτυξη μιας φούσκας.

    Η μέθοδος της «φούσκας», η οποία αύξησε δραματικά την τιμή των βασικών ειδών διατροφής είναι αρκετά διαφορετική από τον τρόπο που γινόταν στην τελευταία ιστορική αύξηση των τιμών αυτών, στα πρώιμα χρόνια των 70ς. Όπως περιγράφει εντυπωσιακά ο Harry Cleaver, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δημιούργησε μια απελπιστική έλλειψη σπόρων, βάζοντας όρια στη διανομή πολλών τετραγωνικών μέτρων γης για καλλιέργεια το 1970, το 71 και το 72, ακόμα και μετά τη συμφωνία για μαζική αγοροπωλησία σπόρων με την Σοβιετική Ένωση[v]. Αυτό οδήγησε σε μια σπανιότητα σπόρων στην παγκόσμια αγορά και μια δραματική αύξηση της τιμής τους. Αυτός ο τύπος του χειρισμού της αγοράς, έγινε κατά την διάρκεια της Κεϋνσιανής περιόδου, όταν το κράτος μπορούσε δικαιωματικά να ελέγξει την αγορά. Εν συνεχεία ακολούθησε η περίοδος του ελέγχου των μισθών από το Νίξον. Στην παρούσα νεοφιλελεύθερη περίοδο, αυτό το ανοιχτό σχέδιο θα ήταν ένα ιδεολογικό ανάθεμα, ειδικά για την περίοδο διακυβέρνησης του προέδρου Μπους, οπότε και οι αυξήσεις στις τιμές των σπόρων πραγματοποιούνται διαμέσου της αγοράς.

    Παρόλα ταύτα δεν πρέπει να εξαπατηθούμε με την σκέψη ότι οι «φούσκες» είναι διαστροφές χωρίς πρόθεση, που με τον καιρό θα διορθωθούν και τα πάντα θα επιστρέψουν στο «φυσιολογικό». Μολονότι οι ίδιες δεν είναι παράλογες, οι επενδυτές που εμπλέκονται σ’ αυτές μπορεί να είναι. Οι φούσκες δομούνται, αναπτύσσονται και καταρρέουν από τους οικονομικούς θεσμούς και το κράτος (για ένα κλασικό παράδειγμα δες το ρόλο του Ομοσπονδιακού αποθέματος (Federal Reserve) του Alan Greenspan στην φούσκα των «dot.com» στα τέλη των 90ς). Έχουν τους σκοπούς και τους τραπεζίτες τους, τους εκτελεστές επενδυτικού κεφαλαίου και τους επισήμους των κυβερνήσεων της ΕΕ και των ΗΠΑ, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία και την κατάρρευση τους, συμπεριλαμβανομένου, βέβαια, και της «φούσκας» των τιμών των τροφίμων του 2008.

 

Το γιατί της κρίσης των τιμών των τροφίμων.

Εάν η «κρίση των τιμών των τροφίμων» δεν είναι αποτέλεσμα λάθους και παραλόγων πρακτικών, αλλά καπιταλιστικής λογικής και σχεδιασμού, τότε ποιος είναι ο σκοπός της; Ποιες αντικειμενικότητες υποτίθεται ότι εξυπηρετεί;Και ευρύτερα, ποια είναι η σημασία της από πλευράς βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων τάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης και ταξικών σχέσεων;

    Μια βέβαια απάντηση σ’ αυτά τα ζητήματα είναι ότι η παρούσα κρίση τιμών των τροφίμων είναι το τελευταίο βήμα στην διεθνή πορεία του κεφαλαίου προς την εγκατάσταση του ελέγχου του, πάνω στις κύριες πλανητικές πηγές ενέργειας και αξίας: η παραγωγή τροφίμων είναι το κλειδί για την ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, του επιπέδου των μισθών, και της παραγωγής της εργατικής δύναμης σε κάθε τμήμα του κόσμου. Είναι μια μακρά πορεία που πάει πίσω στην αποικιοκρατική περίοδο, όταν όχι μόνο η γη, αλλά και άλλες φυσικές πηγές απαλλοτριώθηκαν από το κεφάλαιο. Έτσι, οι μονοκαλλιέργειες και η εξαγωγή του πλούτου που προέκυπτε από την πώληση της γεωργικής παραγωγής επέβησαν εις βάρος των αναγκών επιβίωσης των αποικιοκρατούμενων λαών. Από την εποχή εκείνη, κάθε νέα πολιτική που αναφέρεται στην γεωργία και στην παραγωγή τροφίμων (κατά καιρούς εμπλέκοντας «φτηνά» και άλλες φορές «ακριβά» τρόφιμα) έχει διαμορφωθεί από την αρχή ότι εκείνος που ελέγχει την παραγωγή τροφίμων, ελέγχει επίσης την πολιτική οικονομία του πλανήτη.

    Την ίδια αρχή ακολουθούν, βεβαίως, και όλες οι κατευθυντήριες οδηγίες ιδιωτικοποίησης κοινοτικών γαιών και βιομηχανοποίησης της γεωργίας μέσω της χημικής βιομηχανίας αρχικά και της βιοτεχνολογίας αργότερα, από την εποχή της Πράσινης Επανάστασης μέχρι και την επινόηση των Γενετικά Τροποποιημένων (GM) Σπόρων σήμερα. Την ίδια λογική εξυπηρέτησε και η πολιτική των γεωργικών επιδομάτων και της «βοήθειας σε τρόφιμα», την οποία, οι ΗΠΑ (η κινητήριος δύναμη εμπορευματοποίησης και επιχειρηματικοποίησης της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων) υιοθέτησαν από τα 50ς. Σημείο στροφής στη διαδρομή αυτή αποτέλεσε η Food for Peace Act (η δράση «Τρόφιμα για Ειρήνη»), η οποία πολιτικοποίησε την βοήθεια σε τρόφιμα και δημιούργησε σχέσεις εξάρτησης των αποικιακών χωρών από τους σπόρους των ΗΠΑ. Με τον τρόπο αυτό, η λεγόμενη πολιτική των «φτηνών» τροφίμων υποτίμησε το βιοτικό επίπεδο των, μέχρι εκείνη τη στιγμή, αυτάρκων αγροτών σε Αφρική, Ασία και Λατινική Αμερική, καθιστώντας αδύνατο για τις χώρες τους να ανταγωνιστούν με την καλά επιδοτούμενη και βιομηχανοποιημένη γεωργία των ΗΠΑ.

    Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η χρήση των τροφίμων ως μέσο δημιουργίας εξάρτησης αποτέλεσε τη βασική αιτία ανάπτυξης των αγροεπιχειρήσεων, αλλά και της περιθωριοποίησης εκατομμυρίων μικρών αγροτών και στις ΗΠΑ. Πρόκειται για μια πολιτική η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, όπως αποδεικνύεται από την ισχυρή άρνηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ να αποδεχτεί την τακτική πολλών ΜΚΟ, οι οποίες χρησιμοποιούν τα χρήματα των δωρητών για να αγοράσουν τρόφιμα από τις τοπικές αγορές. Αυτή η άρνηση είναι τόσο σκανδαλώδης και τόσο ανοιχτά επιβλαβής για τα κράτη που υποτίθεται ότι «βοηθούνται», ώστε ακόμη και μια ημι- κυβερνητική ΜΚΟ όπως η  CARE International, με ιστορικό βαθιάς υπακοής στην Ουάσιγκτον και δεκαετίες συνεργασίας με το Πεντάγωνο σε καιρούς πολέμου, το 2007,  «απέρριψε 46 δισεκατομμύρια$ βοήθειας σε τρόφιμα από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, διότι η βοήθεια ήταν καταστροφική για τις ζωές πολλών ανθρώπων, των αγροτών, που υποτίθεται ότι θα βοηθούσε»[vi].


Ποια είναι η λειτουργία μιας κρίσης της τιμής των τροφίμων τώρα;    

Το ιστορικό πλαίσιο της σημερινής «κρίσης τροφίμων» μας υπενθυμίζει ότι ο καπιταλισμός παράγει έλλειψη και όχι πλούτο, τουλάχιστον για την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού. Ωστόσο η εξήγηση αυτή εγείρει νέα ερωτήματα. Εάν η καπιταλιστική ανάπτυξη έχει για δεκαετίες δομηθεί από την ανάγκη ελέγχου των αποθεμάτων και χρήσης των τροφίμων ως μέσων απολαβής κέρδους και  όπλου έναντι στον ταξικό αγώνα, γιατί είναι ακόμα αναγκαίο, το 2008, να καταφεύγει σε μέτρα, όπως η δραματική αύξηση των τιμών των τροφίμων, τα οποία εγγυώνται ότι θα πυροδοτήσουν εξεγέρσεις σε πολλά μέρη του κόσμου; Γιατί οι Παγκόσμιοι Τραπεζίτες και οι άλλοι καπιταλιστικοί σχεδιαστές ρισκάρουν να διατρέξουν αυτόν τον κίνδυνο; Γιατί δεν ήταν επαρκείς οι πολιτικές των δομικών προγραμμάτων; Και τέλος είναι η κρίση των τροφίμων μέρος της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού;

    Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι εύκολο να απαντηθούν, ωστόσο κάποιες υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Οι δραματικές και εγκληματικές αυξήσεις των τιμών των τροφίμων έχουν πρόθεση να εξαναγκάσουν σε μια αποφασιστική μετατόπιση των ταξικών δυνάμεων σε όλο τον κόσμο υπέρ του κεφαλαίου.

    Πρώτον, η κρίση των τροφίμων πρέπει να αναγνωστεί ως μια απάντηση στην ευρέως εξαπλούμενη άρνηση της εμπορευματοποίησης της γης (που είναι ισχυρή ειδικά  στην Αφρική) και στον αγώνα που οι κοινότητες διεξάγουν κατά μήκος της Λατινικής Αμερικής με στόχο να αναστρέψουν την ιδιωτικοποίηση της γης και των φυσικών πηγών και να ξαναδημιουργήσουν «νέα κοινά». Ο αγώνας αυτός έχει λάβει την μορφή των ανοιχτών κινημάτων επανοικειοποίησης, όπως οι Ζαπατίστας, το κίνημα των ακτημόνων στην Βραζιλία (MST), το κίνημα των ακτημόνων λαών στη Νότια Αφρική,  αλλά και άλλες λιγότερο οργανωμένες προσπάθειες σε όλο τον κόσμο[vii]. Σε πολλά μέρη της Αφρικής, οι αγρότες μεταναστεύουν στις πόλεις, ειδικά οι γυναίκες, συνεχίζοντας να καλλιεργούν αγροτοτεμάχια δημόσιας γης, μια κίνηση που τους κάνει ικανούς να κερδίζουν ένα βαθμό ανεξαρτησίας, να αυξάνουν την οικογενειακή κατανάλωση και τον προϋπολογισμό και να συγκεντρώνουν ένα περιορισμένο κεφάλαιο μέσω ενός μικρού δικτύου πώλησης ή ανταλλαγής υπερπροϊόντος.

    Αναμφίβολα οι επίσημοι της Παγκόσμιας Τράπεζας και τα στελέχη των μεγαλύτερων πολυεθνικών επιχειρήσεων εμπορίου τροφίμων σχεδιάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων θα βάλουν ένα τέλος σ’ αυτή την αντίσταση, καθώς οι ανοδικές τιμές των τροφίμων  παράγουν μια νέα «ορμή για γη», οδηγώντας σε μεγαλύτερη απαλλοτρίωση της, σε μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση της γεωργίας και σε νέες επιθέσεις στην βιώσιμη γεωργία και υπέρ της εξαγωγής των σοδειών.     

    Δεύτερον, μέσω των αυξήσεων στις τιμές των τροφίμων και των καυσίμων, το κεφάλαιο επιχειρεί να εισαγάγει μια σειρά μεταρρυθμίσεων στην κοινωνική αναπαραγωγική διαδικασία, η οποία βρισκόταν για καιρό στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα του, αλλά έτυχε επιτυχούς αντίστασης από εργάτες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Παρά την μείωση του οφέλους λόγω αυξημένου πληθωρισμού και τις επανειλημμένες επιθέσεις ούτε η κοινωνική ασφάλεια στις ΗΠΑ ούτε οι συντάξεις σε πολλά μέρη της ΕΕ δεν έχουν πληγεί σημαντικά. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων είναι το ισοδύναμο της περικοπής των πραγματικών μισθών και μια μεταβίβαση ακόμα μεγαλύτερης αξίας στις γεωργικές πολυεθνικές εταιρίες. Αυτή η μεταβίβαση υπερβαίνει εκείνες τις «δυσκαμψίες του εισοδήματος», για να παραφράσουμε μια Κεϋνσιανή αντίληψη, που έχουν αποτρέψει σε μεγάλο βαθμό την από μακρού «μεταρρύθμιση του κράτους- πρόνοιας», την οποία το κεφάλαιο φιλοδοξεί να πετύχει εδώ και πολλά χρόνια. Όπως και με τον πληθωρισμό, οι αυξήσεις των τιμών των τροφίμων ιστορικά επιτίθενται στις κοινότητες της εργατικής τάξης όχι ως μέλη της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά στο πιο αδύναμο σημείο τους - την ικανότητα, δηλαδή, αγοράς και κατανάλωσης.

    Τρίτον, οι αυξήσεις των τιμών των τροφίμων, είναι στην υπηρεσία της προσπάθειας υπερνίκησης της αντίστασης πολλών κυβερνήσεων, από την Ευρώπη μέχρι την Αφρική και τη Λατινική Αμερική, ενάντια στην εισαγωγή Γενετικά Μεταλλαγμένων προϊόντων. Η αντίσταση αυτή προέρχεται από κάθε κοινωνική πλευρά σ’ αυτές τις περιοχές προς μεγάλο φόβο της αγροβιομηχανίας των ΗΠΑ. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το επιχείρημα πως οι αυξήσεις των τιμών των τροφίμων θα διευκολύνουν την αποδοχή των αφρικανικών κυβερνήσεων ήταν κιόλας καλά αρθρωμένο στην αναφορά για την παγκόσμια ανάπτυξη της Παγκόσμιας Τράπεζας που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβρη του 2007 (πριν τις πιο πρόσφατες αυξήσεις των τιμών). Πράγματι, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την αναφορά προφητική όσον αφορά στις εξελίξεις που επρόκειτο να έρθουν, εάν δεν λαμβάναμε υπόψη μας ότι αυτές οι εξελίξεις επικράτησαν σε μεγάλη έκταση, εξαιτίας των προσπαθειών της Παγκόσμιας Τράπεζας και των συμμάχων της στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, του ΔΝΤ και της FAO. Με άλλα λόγια ο ορισμός «πρόβλεψη» δεν αποτελεί παρά έναν ευφημισμό στο λόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας[viii]. 

 

 Το μέλλον της παραγωγής τροφίμων

Είναι δύσκολο να προεξοφλήσουμε εάν η «κρίση των τροφίμων» θα επιτύχει αυτούς τους τρεις στόχους της ή θα προκαλέσει ένα παγκόσμιο φαινόμενο εξέγερσης των κινημάτων για την επανοικειοποίηση της γης και την αποεμπορευματοποίηση της γεωργίας. Γιατί στη δεύτερη περίπτωση και τα πιο αποτελεσματικά σχέδια τόσο των εκτελεστών της αγροβιομηχανίας όσο και της «σπείρας» της Παγκόσμιας Τράπεζας θα ναυαγήσουν. Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει η συμπεριφορά των κυβερνήσεων του παγκόσμιου Νότου (ειδικά των μεγαλύτερων, δηλαδή της Κίνας, της Ινδίας και της Βραζιλίας), πολλές εκ των οποίων έχουν δείξει να είναι έτοιμες για μια πιο ανταγωνιστική στάση απέναντι στην πίεση που δέχονται από την «διεθνή κοινότητα». Η αποτυχία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο γύρο της Doha είναι ένα καλό σημάδι προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, η αντίσταση δεν περιορίζεται στα μεγάλα έθνη, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία. Είναι υποδειγματική κατ’ αντιστοιχία η περίπτωση του Μαλάουι, μιας από τις μικρότερες αφρικάνικες χώρες. Παραδοσιακά αυτάρκης και ταυτόχρονα εξαγωγός προς τη Νότια Αφρική χώρα, οδηγήθηκε στα 1980 από την Παγκόσμια Τράπεζα σε μια πολιτική τερματισμού των επιδοτήσεων προς τους αγρότες και αργότερα, στα 2000, καθ’ υπόδειξη του ΔΝΤ  διέθεσε τα αποθέματα της σε τρόφιμα στην αγορά. Μετά από χρόνια σε συνθήκες λιμού οι πολιτικές αυτές πρόσφατα αναστράφηκαν, παρά την δια αντιθέτου πίεση της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ. Η κίνηση αυτή, την οποία μία ή περισσότερες χώρες πιθανόν μιμηθούν αποδείχτηκε σοφή, δεδομένου ότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια το Μαλάουι μπορεί να περηφανευθεί ξανά για απόθεμα στην παραγωγή τροφίμων. Τα κράτη, όμως, αποδεικνύονται συχνά προβληματικοί σύμμαχοι στον αγώνα ενάντια στο λιμό που δημιούργησαν οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, καθώς ενδιαφέρονται σχεδόν πάντα για την ανάπτυξη του καπιταλιστικού γεωργικού τομέα, αλλά με τους δικούς τους όρους. Αυτό που θα κρίνει κατά κύριο λόγο την έκβαση της «κρίσης των τροφίμων» θα είναι η ικανότητα των κινημάτων να συντονίσουν στρατηγικές αντίστασης ενάντια στους σχεδιαστές της πείνας και του λιμού και τις διαιρέσεις που προσπαθούν να επιβάλλουν. Ο αγώνας ενάντια στο λιμό και την απαλλοτρίωση της γης δεν μπορεί να δοθεί μόνο στην Αφρική, ή στα βουνά της Chiapas. Πρέπει να διεξαχθεί στα supermarket και στους δρόμους των ΗΠΑ και της Ευρώπης, όπως οι καμπάνιες των «καθαρών ρούχων» των 90ς που μετασχημάτισαν το shopping σε πολιτική δράση, και με ενωμένους τους εργάτες στα κάτεργα της υφαντουργίας του παγκόσμιου Νότου με τους συναδέλφους τους του Βορρά.

    Το αίτημα για τρόφιμα για όλους, που ίσως ισχυροποιήσει χωρίς να δηλητηριάσει τις σχέσεις παραγωγών και καταναλωτών, δημιουργεί τη βάση μιας υλικής πολιτικής η οποία μπορεί να αποτρέψει τις προσπάθειες εκείνων που σχεδίασαν την κρίση των τιμών των τροφίμων. Αλλά σ’ αυτό το σημείο, ας μην κάνουμε λάθος: τα στοιχήματα σ’ αυτό τον αγώνα είναι υψηλά. Εάν η στρατηγική των αυξήσεων των τιμών των τροφίμων αποδώσει και η παραγωγή τροφίμων εμπορευματοποιηθεί πλήρως, εάν ο αγώνας για την επανακοινωνικοποίηση της γης ηττηθεί, με τρόφιμα και γη να περνούν σε εκείνους που έχουν τα πιο πολλά μετρητά στα χέρια, τότε εκατομμύρια ανθρώπων θα πεθάνουν, η αγροτιά σαν ιστορική τάξη θα εξαφανιστεί, οι λαοί σε όλο τον πλανήτη θα έχουν πρόσβαση στην γη μόνο δουλεύοντας σαν peons (έτσι ονομάζονταν οι μεξικανοί ακτήμονες στην υπηρεσία των φεουδαρχών κατά την περίοδο της ισπανικής κατάκτησης του Μεξικού, στμ) στην υπηρεσία των γεωργικών πολυεθνικών κι εμείς θα έχουμε χάσει την τελευταία μας ευκαιρία να έχουμε κάποιο έλεγχο πάνω στην ποιότητα της τροφής μας, η οποία σε μεγάλο βαθμό αποτελεί ήδη παραπροϊόν της πετρο-χημικής βιομηχανίας. Και το κυριότερο, εάν οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων καταφέρουν τους σκοπούς τους, η πιθανότητα συγκρότησης ενός κόσμου όπου - παραφράζοντας το Jose Bove - « Η ζωή δεν είναι για πούλημα» θα εξαλειφθεί για δεκαετίες.

 

 


[i] Δες: Maria Mies, Women, Food and Global Trade: An Ecofeminist Analysis of the World Food Summit, Rome, 13-17 November 1996, Bielefeld: Institute fur Theorie und Praxis der Subsistenz e.V., and Karen Lehman & Al Krebs, 'Control of the World’s Food Supply', in Jerry Mander and Edward Goldsmith (eds.) The Case Against the Global Economy and For a Turn Toward the Local. San Francisco: Sierra Club books, 1996.

[ii] Mariarosa Dalla Costa, 'Food Sovereignty, Peasants and Women', The Commoner, 2008, accessed at www.thecommoner.org, July 2008

[iii] Walden Bello, 'Manufacturing a Food Crisis', The Nation, 2 June, 2008

[iv] World Bank, 'World Bank Development Report for 2008: Agriculture for Development'. Washington, D.C.: World Bank, 2007

[v] Harry Cleaver, 'Food, Famine and the International Crisis', Zerowork II, 1977, pp.7-70.

[vi] Kwesi W. Obeng, 'Soaring food prices send shockwaves and protest across Africa', African Agenda. Vol. 11, No. 1, 2008, pp.5-9.

[vii] Sam Moyo and Paris Yeros (eds.), Reclaiming the Land: The Resurgence of Rural Movements in Africa, Asia and Latin America, London: Zed Books, 2005

[viii] World Bank, op. cit.