αρχείο ειδήσεων
γνώμες
αρχείο
βίντεο
βιβλιοθήκη
σύνδεσμοι
Περιεχόμενα:
Ι. Περιγραφή της συγκρότησης αντάρτικων υγειονομικών μονάδων
ΙΙ. Το νοσοκομείο του Γράμμου στο Λιανοτόπι
III. Το νοσοκομείο του ΔΣΕ στις Πρέσπες. Ένα μνημείο της αντάρτικης αρχιτεκτονικής
IV. Αναμνήσεις της νοσοκόμας Ευανθίας Ζωίδη
V. Αναμνήσεις της νοσοκόμας Ρίτσας Τσακίρη
VIΙ. 'Ενας παθολογοανατόμος στη δίνη της ιστορίας. Νικόλαος Μαγκάκης
Παράρτημα
α. Φωτογραφικό υλικό από την υγειονομική μονάδα του ΔΣΕ.
β. Οργάνωση και Δράση της υγειονομικης υπηρεσίας στις επιχειρήσεις του Γράμμου τον Απρίλη του 1949. Περιοδικό Δημοκρατικός Στρατός. Σπάνιο αρχειακό υλικό από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας
Ι. Περιγραφή της συγκρότησης αντάρτικων υγειονομικών μονάδων (από Ριζοσπάστη)
Οι ανάγκες περίθαλψης τραυματιών και αρρώστων εμφανίστηκαν, όπως ήταν φυσικό, από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκαν οι αντάρτικες ομάδες των καταδιωκόμενων αγωνιστών του μεταβαρκιζιανού καθεστώτος. Κι όσο το αντάρτικο φούντωνε, τόσο οι ανάγκες αυτές μεγάλωναν, με αποτέλεσμα να είναι άκρως απαραίτητη ο οργάνωση υγειονομικής υπηρεσίας.
Τον πρώτο καιρό του αντάρτικου κινήματος, όταν αυτό εκφραζόταν μέσα από τις ανταρτοομάδες, η υγειονομική περίθαλψη ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Γιατροί στο βουνό δεν υπήρχαν κι όσοι είχαν κάποιες γνώσεις νοσοκόμου μοιράζονταν στα τμήματα και αποτελούσαν μέρος της μάχιμης δύναμής τους, ενώ με τα νοσοκομειακά τους καθήκοντα ασχολούνταν μετά το τέλος των μαχών. Ανύπαρκτο ήταν επίσης και το φαρμακευτικό υλικό, αν και σε κάποιες περιπτώσεις γινόταν περιοδικά δυνατή η στοιχειώδης προμήθειά του μέσω συνδέσμων με την Εθνική Αλληλεγγύη. Τις ελαφριές πληγές τους, οι πρώτοι αντάρτες τις περιποιούνταν μόνοι τους. Τις έπλεναν με νερό, με κρασί ή με λάδι και για επιδέσμους χρησιμοποιούσαν πανιά ή κομμάτια από ρούχα. Οι ελαφριά τραυματίες ακολουθούσαν τα τμήματα, ενώ όσοι δεν μπορούσαν να μετακινηθούν κρύβονταν σε μαντριά, σε σπηλιές, μέσα στα δάση με κίνδυνο να πέσουν στα χέρια του εχθρού. Μαζί μ' αυτούς τον ίδιο κίνδυνο διέτρεχαν και οι αντάρτες της υποτυπώδους υγειονομικής υπηρεσίας που τους φύλαγαν και τους παρείχαν στοιχειώδη βοήθεια. Οι δυσκολίες συνεχίστηκαν και όταν το αντάρτικο φούντωσε. Δε θα ήταν μάλιστα υπερβολή να πούμε πως επρόκειτο για ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπισε ο ΔΣΕ.
Γιατροί στα βουνά
Από το καλοκαίρι του '46 το αντάρτικο άρχισε να φουντώνει. Τότε βγήκαν στο βουνό και οι πρώτοι γιατροί, όπως ο Νίκος Παλιούρας ή Κοκολιός και ο Β. Δαδαλιάρης. Σιγά - σιγά, στη διάρκεια του εμφυλίου, ακολούθησαν κι άλλοι που έφευγαν από τους τόπους που δούλευαν για να σωθούν από τη μοναρχοφασιστική τρομοκρατία, όπως ο Νώντας Σακελλαρίου, ο Τάκης Σκύφτης, που στη συνέχεια τοποθετήθηκε αρχίατρος του ΚΓΑΝΕ, κ.ά. Σ' αυτούς προστέθηκαν στην πορεία και Ελληνες γιατροί, όπως ο πατέρας - όπως ονομάστηκε - της αντάρτικης χειρουργικής Γ. Τζαμαλούκας, που ήρθε μέσω Μπούλκες από τη Βιέννη αλλά και ξένοι γιατροί - σε περιορισμένο αριθμό - κυρίως χειρούργοι από τις λαϊκές Δημοκρατίες, γνωστοί στους αντάρτες με τα ονόματα Τίμπορ (από την Ουγγαρία), Μήτσος και Θόδωρος (Ψευδώνυμα - από τη Βουλγαρία και οι δύο), Ιπποκράτης και Αρης ή Ομηρος (Ψευδώνυμα - από την Πολωνία). Το ιατρικό προσωπικό του ΔΣΕ συμπληρώνουν και οι γιατροί του κυβερνητικού στρατού που αιχμαλωτίστηκαν από τους αντάρτες, όπως π.χ. ο Τ. Πετρόπουλος, και χρησιμοποιήθηκαν στις υγειονομικές του υπηρεσίες. Φυσικά δεν είναι δυνατό να αναφερθούμε στο σύνολο των ηρωικών αυτών ανθρώπων και λαμπρών επιστημόνων που πρόσφεραν ανυπέρβλητες υπηρεσίες στον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού. Η παραπάνω αναφορά είναι απλώς ενδεικτική των συνθηκών που επικρατούσαν. Εντούτοις είναι αδύνατο να παραλείψουμε την αναφορά στο πρόσωπο του Πέτρου Κόκκαλη, που υπηρέτησε το ΔΣΕ και ως γιατρός και ως σημαίνον πολιτικό στέλεχος, αφού υπήρξε υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Παιδείας στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση.
Μεγάλες ανάγκες - μικρές δυνατότητες
Η εμφάνιση των γιατρών στο βουνό αναμφίβολα βελτίωσε τις συνθήκες υγειονομικής περίθαλψης των ανταρτών, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, ανάλογα με τις συνθήκες διεξαγωγής του πολέμου και τις κατά τόπους δυνατότητες. Γενικά πάντως, πουθενά δεν υπήρξαν - γιατί δεν έγινε δυνατό να δημιουργηθούν - εκείνες οι συνθήκες που είναι απαραίτητες για να μπορέσει ένας γιατρός να προσφέρει στο βαθμό που χρειάζεται και μπορεί τις υπηρεσίες του. "Ο γιατρός στο αντάρτικο - γράφει ο αρχίατρος του ΔΣΕ Ν. Σακελλαρίου - αντιμετωπίζει και τις πιο στοιχειώδεις ελλείψεις, στερείται τα πάντα, έχει μονάχα ένα στηθοσκόπιο. Δεν έχει τη δυνατότητα να προμηθευτεί, να συμπληρώσει καμιά έλλειψή του. Εχει μονάχα το βουνίσιο καθαρό αέρα, την ελευθερία και τον ψυχωμένο γύρω του αντάρτη, που στέκει ατάραχος, τα υποφέρει όλα και με τη συμπεριφορά του δίνει κουράγιο στον γιατρό και τον βοηθάει να τραβάει μπροστά". Και Συνεχίζει: "Είναι πολύ για ένα γιατρό να βρίσκεται μπροστά σ' έναν τραυματία που το μάτι του ζητάει βοήθεια και μια γάζα να τον επιδέσεις και συ κάθεσαι, τον βλέπεις χωρίς να μπορείς να του προσφέρεις καμιά βοήθεια, γυρίζεις πίσω σου να δεις κανένα κομμάτι πανί ή πουκάμισο να το σχίσεις και να το χρησιμοποιήσεις για γάζα. Τέτοιες στιγμές στο αντάρτικο ήταν κάθε μέρα" (Ν. Σακελλαρίου: "Το υγειονομικό του ΔΣΕ", Εκδόσεις "Τολίδη", σελ. 7 και 38).
Πρωτόγονα μέσα άσκησης της ιατρικής
Η έλλειψη μέσων, κατάλληλων ειδικοτήτων σε ιατρικό προσωπικό, η ανεπάρκεια υγειονομικών και γιατρών όλων των κατηγοριών και ο πόλεμος αντιμετωπίζονταν με την ανθρωπιά, τον ηρωισμό και τη λεβεντιά των ανθρώπων που στελέχωσαν τις υγειονομικές υπηρεσίες του ΔΣΕ. Και δεν είναι λίγες εκείνες οι στιγμές που γιατροί χειρούργησαν ασθενείς με πρωτόγονα μέσα και χωρίς να έχουν σχετική ειδίκευση και μέσα. Να πώς περιγράφει ο γιατρός Τ. Σκύφτης ορισμένες από τις δυσκολίες στα τμήματα της Νοτίου Ελλάδας που κυρίως δρούσαν παρτιζάνικα: "Πώς παρέχονταν η περίθαλψη των τραυματιών: Σε κάθε σχεδιαζόμενη επίθεση των τμημάτων εγκαθιστούσαμε το χειρουργείο σε απόσταση μικρότερη από δύο ώρες μακριά από τον στόχο. Τοποθετούσαμε τέσσερα παλούκια στο έδαφος, ξύλα και κλαδιά σχημάτιζαν το χειρουργικό τραπέζι, συνήθως κάτω από δέντρα - σπάνια σε σπίτι. Κλίβανος δεν υπήρχε, χειρουργικά γάντια δεν υπήρχαν. Μπόλικος αιθέρας και άλλα ναρκωτικά δεν υπήρχαν. Κρατούσαμε πάντα ρεζέρβες για εγχειρήσεις που μόνο υπό νάρκωση μπορούσαν να γίνουν (κοιλιά - θώρακας κλπ.). Πολλές φορές χειρουργούσαμε με κεριά τη νύχτα ή με λάμπες αν είχαμε πετρέλαιο. βράζαμε λοιπόν τα εργαλεία σε τέντζερη, βράζαμε τις μπλούζες και πάντα τις φορούσαμε βρεγμένες και όταν δεν είχαμε πακεταρισμένες - αποστειρωμένες γάζες, βράζαμε και τις γάζες. Βοηθοί ήταν νοσοκόμες, όπως και ναρκωτές - που είχαν γίνει πολύτιμοι. Μ' αυτές τις συνθήκες γίνονταν όλες οι εγχειρήσεις - κοιλιάς, θώρακα, κρανίου κλπ.(προσθήκη από Πολιτικό Καφενείο)
Πολλές φορές έπεφταν και σταγόνες βροχής ή φύλλα δέντρων στα τραύματα. Οποιος γιατρός δεν έζησε αυτή την ιατρική περιπέτεια, είναι δύσκολο να τα πιστέψει" (Βλέπε: Τ. Βουρνά: "Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας - Ο Εμφύλιος", σελ. 242 - 243).
Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα αναφέρει ο γιατρός Γ. Τζαμαλούκας όταν στα τέλη του '47 έφτασε στο βουνό και παρέλαβε ένα αντάρτικο νοσοκομείο: "Ρώτησα - λέει - το συνάδελφο Σακελλαρίου για τη θεραπεία τραυματιών και των αρρώστων. Δηλαδή τι μέσα και τι φάρμακα χρησιμοποιούν. Μου απάντησε με φανερή λύπη ότι για την ώρα τα φάρμακα που είχαμε στη διάθεσή μας ήταν ελάχιστα. Με δυσκολία βγάζαμε πότε - πότε από τις πόλεις. Κύριος εφοδιαστής μας και στα φάρμακα, όπως και στα όπλα και στα πυρομαχικά, ήταν ο αντίπαλος, που στις διάφορες συγκρούσεις και μάχες μαζί του, τα 'φηνε όλα και το 'βαζε στα πόδια. Την ημέρα αυτή άρχιζα να σχηματίζω μια καθαρή και συγκεκριμένη εικόνα για τις δυσκολίες του αντάρτικου. Αφησα για την ώρα στην άκρη τη χειρουργική κι άρχισα να ασκώ γενική ιατρική. Εκανα καθημερινή "ψυχολογική" θεραπεία στους τραυματίες και άρρωστους αντάρτες. Ανοιγα μαζί τους συζήτηση πάνω σε πολιτικά θέματα, τους έκανα διάφορες ομιλίες για ιατρικά ζητήματα, τους μιλούσα για την αρρώστια τους και τα τραύματά τους και με ελάχιστα φάρμακα και τη βοήθεια του οργανισμού σιγά - σιγά οι άρρωστοι και οι τραυματίες θεραπεύονταν. Αρχισα να προσαρμόζω και την ιατρική μου στον παρτιζάνικο τρόπο ζωής. Θυμάμαι ότι σαν θεραπευτικό μέσο για διάφορους πόνους χρησιμοποιούσα μια πέτρα ζεστή. Την έβαζα στη φωτιά, θερμαινόταν αρκετά, την τύλιγα σ' ένα πανί και την τοποθετούσα στο μέρος που πονούσε. Η ζέστη ανακούφιζε τον πόνο. Η "θεραπεία" αυτή έγινε πασίγνωστη, και οι αντάρτες συχνά αστειεύονταν για τη "σύγχρονη" ιατρική" (Βλέπε: Γιώργη Τζαμαλούκα: "Ενάντια στο Θάνατο στο Γράμμο και το Βίτσι", Εκδόσεις "Νέα Βιβλία", σελ. 27).
Από τις προαναφερόμενες μαρτυρίες ο αναγνώστης μπορεί να φανταστεί πώς ήταν η κατάσταση στην Πελοπόννησο και τα νησιά.
Τιτάνιος αγώνας για βελτίωση της κατάστασης
Με την έξοδό τους στο βουνό οι γιατροί κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για τη βελτίωση των συνθηκών υγειονομικής περίθαλψης των ανταρτών. Στις προσπάθειές τους αυτές σημαντική ήταν η διεθνιστική βοήθεια που τους δόθηκε με ιατρικό και φαρμακευτικό υλικό από τις λαϊκές Δημοκρατίες. Οπου ήταν δυνατό δημιούργησαν μέσα στα δάση ή σε σπηλιές αναρρωτήρια και νοσοκομεία, εκπαίδευσαν νοσηλευτικό προσωπικό, δημιούργησαν κινητές ιατρικές μονάδες με τα πρόχειρα απαρχαιωμένα μέσα που διέθεταν κι ήταν μαζί άνθρωποι, αντάρτες κι επιστήμονες, αφού με το δικό τους τρόπο συμμετείχαν στις μάχες ακολουθώντας τα τμήματα στις πολεμικές επιχειρήσεις. Μάλιστα μετά από τις μάχες οι γιατροί προέβαιναν στην εξαγωγή δικών τους συμπερασμάτων για τη βελτίωση των υπηρεσιών που προσέφεραν. Ετσι έγινε και με τη μάχη του Γράμμου. "Η Μάχη του Γράμμου - γράφει ο Ν. Σακελλαρίου - πολλά μας δίδαξε. Εμπαιναν άμεσα προβλήματα, τα οποία έπρεπε να υλοποιηθούν".
α. Να δημιουργήσουμε σχολές υγειονομικών στελεχών, που να είναι σε θέση να πλαισιώνουν τις ταξιαρχίες και τα τάγματα μια και δεν ήταν εύκολο να εξασφαλίσουμε γιατρούς.
β. Να οργανώσουμε σχολές νοσοκόμων σε ευρεία κλίμακα.
γ. Να εξασφαλίσουμε τους υγειονομικούς σχηματισμούς, νοσοκομεία, χειρουργικές ομάδες, αναρρωτήρια, τάγμα τραυματιοφορέων, σταθμούς επίδεσης και προώθησης και άλλα από τον κίνδυνο αεροπορικού βομβαρδισμού.
Ολα αυτά έπρεπε γρήγορα να βρουν τη λύση τους και ακόμα να προσαρμόσουμε την οργάνωσή μας με βάση και το οδικό δίκτυο του χώρου" (στο ίδιο, σελ. 87).
Η υλοποίηση των παραπάνω πραγματοποιήθηκε, όπως αναφέρουν στα γραπτά τους ο Τζαμαλούκας και ο Σακελλαρίου. Δημιουργήθηκαν αρκετά Κινητά Ορεινά Χειρουργεία, φτιάχτηκαν σχολές μεσαίων υγειονομικών στελεχών από τις οποίες αποφοίτησαν 152 άτομα που ονομάστηκαν ανθυπολοχαγοί. Ακόμη από την υγειονομική υπηρεσία του Γενικού Αρχηγείου εκδόθηκε κι ένα βιβλιαράκι πρώτων βοηθειών που μοιράστηκε στους νοσοκόμους και τους αντάρτες, με τίτλο "Απλές οδηγίες για το νοσοκόμο και τον αντάρτη", οργανώθηκε τάγμα τραυματιοφορέων, οργανώθηκε στο χώρο του Βίτσι άξονας διακομιδής των τραυματιών, φτιάχτηκε κεντρική φαρμακαποθήκη, οργανώθηκε η τροφοδοσία των ασθενών ούτως ώστε να μην έχουν ελλείψεις τροφών που είχαν ανάγκη για τη θεραπεία τους κ.ο.κ. Το δίκτυο αυτό των υγειονομικών υπηρεσιών του Γενικού Αρχηγείου, νοσοκομεία, χειρουργεία, σχολές κλπ. επισκέφτηκε και ο Πωλ Ελυάρ.
Οι παραπάνω βελτιώσεις αναμφίβολα ήταν άθλος παρ' όλο που δεν έγινε δυνατό να αγγίξουν όλες τις περιοχές της Ελλάδας που δρούσαν αντάρτικα τμήματα. Ενας άθλος που δείχνει τι μπορεί να καταφέρει ο άνθρωπος όταν δένει την επιστήμη με τα πιο ανθρώπινα ιδανικά.
ΙΙ. Το νοσοκομείο του Γράμμου στο Λιανοτόπι (του Φάνη Γρηγοριάδη - με αφορμή τη διημερίδα (21-22/8/2010) που οργάνωσε η ΕΔΙΑ για τα 61 χρόνια μετά τον εμφύλιο στο Νεστόριο Καστοριάς - από omogeneia.ana-mpa.gr)
Πως στήθηκε η «νοσοκομειούπολη»
Στις αρχές του 1948, πριν ακόμη ο τακτικός στρατός εξαπολύσει τη δεύτερη, μεγάλη εκκαθαριστική του επιχείρηση, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου - επιχείρηση «Κορωνίς» - το γενικό αρχηγείο του ΔΣΕ, υιοθετώντας εισήγηση του αρχιάτρου του - του γνωστού φυματιολόγου Νώντα Σακελλαρίου - έδωσε εντολή να αναζητηθεί η κατάλληλη τοποθεσία για τη δημιουργία ενός «νοσοκομείου», όπου θα μπορούσε να προσφερθεί φροντίδα σε πληγωμένους αντάρτες. Ο αρχίατρος είχε ζητήσει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις: πρόσβαση σε καθαρό νερό, φυσική κάλυψη απέναντι σε αεροπορικούς και επίγειους βομβαρδισμούς, καθώς και συγκλίνων οδικό δίκτυο, ώστε να μεταφέρονται οι ασθενείς. Επιλέχθηκε το ιδανικό σημείο, σε μια δασωμένη χαράδρα, κοντά στο ερειπωμένο χωριό Λιανοτόπι, στις όχθες των πηγών του Αλιάκμονα. Τον Απρίλιο του 1948 άρχισε το «τιτάνιο» έργο της ανέγερσης του νοσοκομείου. Μέσα σε ένα μήνα, ως το Μάιο του 1948, είχε ολοκληρωθεί με την τεχνική καθοδήγηση του αντάρτη εργολάβου Μιχάλη Σουμελίδη, από την Ποντοκώμη Πτολεμαΐδας, μια πραγματικά εντυπωσιακή εγκατάσταση. Το νοσοκομείο, φτιαγμένο κυρίως με πέτρες και ξύλα που έκοψαν οι αντάρτες από τα πυκνά δάση του Γράμμου διέθετε δυνατότητα νοσηλείας 1.500 ατόμων -όπως ανέφερε το γενικό αρχηγείο του ΔΣΕ - δύο χειρουργεία, στα οποία γίνονταν ταυτόχρονα επεμβάσεις αλλά και κλίβανους αποστείρωσης. Το ηλεκτρικό ρεύμα παραγόταν από υδροηλεκτρογεννήτρια, που είχε εγκατασταθεί στον Αλιάκμονα και η οποία «έστελνε» ρεύμα και στα μαγειρεία, στους πολλούς βοηθητικούς χώρους, στη μονάδα παραγωγής φυσιολογικού ορού, μέχρι και στο εργαστήριο αποστείρωσης γάζας. Υπήρχαν ακόμη ειδικοί θάλαμοι νοσηλείας για βαριά τραυματισμένους, τυφικούς και κωφάλαλους. Στην αιχμή της λειτουργίας της έφτασε να περιθάλπει έως και 1.200 τραυματίες. Επιπλέον, είχε δημιουργηθεί ακόμη και υπαίθριο θέατρο, με ξύλινες κερκίδες για την ψυχαγωγία των ασθενών.
Το νοσοκομείο έμοιαζε με πολύβουο μελίσσι μέσα στον πυρετό των μαχών. Οι τραυματίες μεταφέρονταν με φορεία έως και τρεις ώρες μακριά από τα μέτωπα και εγκαταλείπονταν σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων από το νοσοκομείο, όπου παραλαμβάνονταν από τους νοσηλευτές, ώστε να διατηρείται μυστική η τοποθεσία της εγκατάστασης. Για αυτό φρόντιζε άλλωστε και η πυκνή δασοκάλυψη, καθώς το φύλλωμα των δέντρων ξεκινούσε πυκνό πάνω από τις παράγκες από το ύψος των πεντέμισι μέτρων.
Οι μαρτυρίες
«Χτίστηκε με υλικά που διέθετε πλούσια η φύση της περιοχής, με τεχνοτροπία συνηθισμένη στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στη Σερβία και με τρόπο που από κάτω να βρίσκονται τα αμπριά και από πάνω οι ξύλινες κατασκευές», τόνισε ο αρχιτέκτονας - ερευνητής Γιώργης Κολιόπουλος και πρόσθεσε: «Ακόμη και σήμερα είναι αδιευκρίνιστο, από πού μεταφέρθηκαν, μέσα σε τόσο μικρό διάστημα ασβέστες, άμμος, κ.τ.λ. Βρέθηκαν περίπου 80 τσεκούρια που χρησιμοποιήθηκαν για τη λείανση των κορμών. Ήταν πολλά τα εργατικά χέρια. Θεωρώ, πάντως, υπερβολή τη χωρητικότητα που αναφέρθηκε, λόγω του ενθουσιασμού που επικρατούσε κατά την ανέγερσή του και πιστεύω ότι η δυναμική του εξαντλούνταν στη νοσηλεία 500-600 ατόμων».
Το νοσοκομείο λειτούργησε παρέχοντας πλήρεις υπηρεσίες στους τραυματισμένους αντάρτες, μέχρι και τα μέσα του Αυγούστου του 1948, όταν υπό την πίεση του κυβερνητικού στρατού ο ΔΣΕ αναδιπλώθηκε και συντεταγμένα πέρασε τον κύριο όγκο της δύναμης του, στο Βίτσι. «Υπήρχε φαντασία μεγάλη. Αποστειρώναμε εργαλεία σε κατσαρόλες, βάζαμε μέσα και ψείρες. Αν είχαν ψοφήσει, όταν τις ανοίγαμε, ξέραμε ότι είχαν αποστειρωθεί», ανέφερε η αντάρτισσα, εθελόντρια στη «νοσοκομειούπολη» του Γράμμου Κατίνα Λατίφη και συνέχισε: «Ανατολικές χώρες έδιναν προσφορές αλληλεγγύης αλλά η βοήθεια σε φάρμακα ερχόταν και από δυτικές χώρες. Νοσοκομεία μικρότερα υπήρχαν παντού, στους Ψαράδες, στα Κερδύλλια και αλλού. Τα μεγάλα όμως ήταν αξιοθαύμαστα, αυτό και το άλλο στο Βροντερό, στις Πρέσπες.
«Το 1949 ιδρύθηκε σχολή μεσαίων υγειονομικών στελεχών, που έδωσαν σε δύο σειρές, γύρω στα 150 άτομα με το βαθμό του ανθυπολοχαγού, που στελέχωσαν μεραρχίες και σε τρεις σειρές 300 νοσηλεύτριες. Σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα παρείχαν τις υπηρεσίες τους 28 ιατροί εθελοντές, μεταξύ αυτών δύο Πολωνοί, δύο Βούλγαροι, ένας Ούγγρος - το Βασιλείου, πατέρα του μετέπειτα προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν τον μετράω ως ξένο - καθώς και γιατροί αιχμάλωτοι πολέμου που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους τραυματίες, που ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1948, μεταφέρονταν κατά δεκάδες από τα πεδία των μαχών».
Εξήντα δύο χρόνια είχε να ανέβει στο Γράμμο ο κινηματογραφιστής του ΔΣΕ Μάνος Ζαχαρίας. Θυμήθηκε ότι ήρθε με το συνεργείο του στο νοσοκομείο «κατ' εντολή του γενικού αρχηγείου» και απαθανάτισε τις εγκαταστάσεις του. «Θεατρική παράσταση όμως δεν ανεβάσαμε εμείς στο νοσοκομείο, όπως γράφτηκε κάποια στιγμή αργότερα αλλά το θεατρικό κλιμάκιο του ΔΣΕ, που το είχε οργανώσει ένας καταξιωμένος και πριν από την κατοχή ηθοποιός, πλαισιώνοντας το με νεαρούς αντάρτες. Εμείς μόνο κινηματογραφήσαμε το στιγμιότυπο...», πρόσθεσε ο γνωστός πλέον σκηνοθέτης.
Ο αρχίατρος Νώντας Σακελλαρίου
Η «ψυχή» της «νοσοκομειούπολης» του Γράμμου, ο γιατρός Νώντας Σακελλαρίου, βρέθηκε στις γραμμές της εθνικής αντίστασης περί τα μέσα του 1943. Αργότερα, βγήκε και πάλι στο βουνό στον εμφύλιο. «Ο Λεωνίδας Στρίγκος, υπεύθυνος του γραφείου Μακεδονίας του ΚΚΕ, σημαίνων στέλεχος του ΕΛΑΣ την περίοδο της εθνικής αντίστασης, είχε απευθύνει έκκληση στους περίπου σαράντα γιατρούς, που ήταν κομματικά μέλη (του ΚΚΕ), να ανέβουν στο βουνό. Σχολίαζε λοιπόν, ότι αντί για αυτούς, προθυμοποιήθηκε ο Νώντας Σακελλαρίου, που ήταν μεν στο ΕΑΜ, αλλά δεν ήταν στενό κομματικό μέλος του ΚΚΕ», ανέφερε ο Βασίλης Γκανάτσιος, ο θρυλικός «καπετάν Χείμαρρος» του ΕΛΑΣ. Ο «Χείμαρρος» επισκέφθηκε το καλοκαίρι του 1948, με την ιδιότητα πλέον, του υποστρατήγου και επικεφαλής του αρχηγείου δυτικής Μακεδονίας του ΔΣΕ, το νοσοκομείο του Γράμμου, συνοδευόμενος από τον πολιτικό επίτροπο (του Βαφειάδη) Λεωνίδα Στρίγκο, ώστε να επιθεωρήσει τις εγκαταστάσεις του.
Χθες, ο Βασίλης Γκανάτσιος το επισκέφθηκε πάλι, 62 χρόνια μετά την επιχείρηση «Κορωνίς», την οποία και αντιμετώπισε ως αρχηγός των ανταρτών, μαζί με παλιούς του συναγωνιστές. Συγκινημένος, διηγήθηκε ότι κατά τη διάρκεια της φονικής σύγκρουσης μεταξύ του κυβερνητικού και του αντάρτικου στρατού, ένας αντάρτης ο Μ. Π., από την περιοχή των Γρεβενών, στην προσπάθεια του να βοηθήσει έναν αντίπαλο τραυματία και να τον τραβήξει να νοσηλευτεί στο «νοσοκομείο των ανταρτών» τραυματίστηκε από θραύσμα βλήματος στον αυχένα «Ο τραυματίας θεραπεύτηκε, ανάρρωσε πλήρως, ο αντάρτης υπέκυψε» πρόσθεσε χαρακτηριστικά. «Εχθροί, άσπονδοι στο μέτωπο, αλληλέγγυοι στον πόνο, μπροστά στο θάνατο. Έγιναν πολλά τέτοια…», συνέχισε ο «Χείμαρρος».
Τη χρονική εκείνη περίοδο, διευθυντής των υγειονομικών υπηρεσιών του ΔΣΕ ήταν ο Νώντας Σακελλαρίου, που μετά τη θητεία του στην εθνική αντίσταση και στον ΕΛΑΣ είχε περάσει πλέον στο αντάρτικο. Ο ίδιος ο Μάρκος Βαφειάδης, με προσωπική εντολή του ανέθεσε τα καθήκοντά του τον Απρίλιο του 1947. Ήταν καταξιωμένος επιστήμονας, πράος, πάντοτε ψύχραιμος και με βαθιά συναίσθηση του καθήκοντος του γιατρού απέναντι στον ασθενή. «Το είχε δείξει και στην Εθνική Αντίσταση, αλλά και πριν από την κατοχή, όταν κατά τη διάρκεια της θητείας του στο σανατόριο του Ασβεστοχωρίου είχε γίνει γνωστός, σε όλη την περιοχή Χορτιάτη - Αγίου Βασιλείου, με το προσωνύμιο ο γιατρός των φτωχών. Άφησε τη θέση του διευθυντή του σανατορίου για να διαθέσει τις υπηρεσίες του εθελοντικά στον ΕΛΑΣ και στην Εθνική Αντίσταση», τόνισε ο δικηγόρος και προσωπικός του φίλος Κωνσταντίνος Χορομίδης.
«Να προσέχεις τον αρχηγό»
Αναφερόμενος στα γραπτά του Νώντα Σακελλαρίου, ο Χορομίδης ανέφερε ότι μέσα στο 1948 άκουσε πολλές φορές ο αρχίατρος από τα χείλη του Βασίλη Μπαρτζώτα (στέλεχος του ΚΚΕ, πολιτικός επίτροπος και στενός συνεργάτης του Ζαχαριάδη), τη φράση: «να προσέχεις τον αρχηγό», υπονοώντας τον Μάρκο. Κάποια στιγμή, όμως του είπε: «Να εξετάσεις τον αρχηγό, το λέει το κόμμα». Ο Βαφειάδης εξετάστηκε, είχε 37,5 πυρετό, ήπια φλεγμονή του φάρυγγα, στρες, καθώς ήταν καταβεβλημένος από την υπερπροσπάθεια, λόγω της δυσμενούς εξέλιξης των μαχών. Ο Σακελλαρίου αργότερα κατάλαβε - τουλάχιστον αυτό γράφει στο βιβλίο του με τίτλο: «Διαθέσαμε τη Ζωή μας…» - ότι η «ομάδα Ζαχαριάδη» χρειαζόταν «να έχει στα χέρια της ένα επίσημο χαρτί» για να το χρησιμοποιήσει για την απομάκρυνση του αρχιστρατήγου του ΔΣΕ από τα καθήκοντά του, που έγινε στα τέλη του 1948, όταν πλέον είχε κορυφωθεί η ρήξη μεταξύ Ζαχαριάδη-Βαφειάδη.
«Τον Νώντα τον γνώρισα αρχές του 1949 στο νοσοκομείο του Βροντερού στο Βίτσι. Ψηλός, ευθυτενής, σίγουρος για τις γνώσεις του, γαλήνιος. Ήταν για μας, ο αρχίατρος και ο δεύτερος πατέρας, πάντα κοντά στους αρρώστους, πάντα κοντά στις εθελόντριες», είπε η Κατίνα Λατίφη και συνέχισε: «Όταν με απέσπασαν από το τμήμα μου για να δουλέψω στο νοσοκομείο και πήγα κοντά του, με κοίταξε και μου είπε: Τι νομίζεις, ότι εδώ δεν είμαστε μάχιμοι; Έχεις να φας βόμβες, κανονιές, άλλο τίποτε… Είχε δίκιο! θυμάμαι την ημέρα που το νοσοκομείο τραντάχτηκε από μια οβίδα πυροβολικού. Καταλάβαμε από την εμβέλεια του, πώς έπρεπε να αποχωρήσουμε μεταφέροντας τους τραυματίες».
III. Το νοσοκομείο του ΔΣΕ στις Πρέσπες. Ένα μνημείο της αντάρτικης αρχιτεκτονικής.(του Γιώργου Κολιόπουλου από Η καλύβα ψηλά στο Βουνό.
Το 2002, η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας προκήρυξε και ανέθεσε σε ομάδα μελετητών, μεταξύ των οποίων και ο γράφων, την Διαγνωστική μελέτη για την ανάδειξη και αξιοποίηση των φυσικών πόρων και της πολιτιστικής κληρονομιάς στην περιοχής των Πρεσπών. Η έρευνα έγινε σε όλη την περιβάλλουσα τις λίμνες μικρή και μεγάλη Πρέσπα περιοχή και περιελάμβανε παραλίμνια τμήματα της FYROM και της Αλβανίας. Η μελέτη ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε το 2004.
Στα πλαίσια αυτής της μελέτης για την αποτύπωση του πολιτιστικού αποθέματος, έγινε και η πρώτη καταγραφή και ιστορική έρευνα σε δύο χώρους που προέκυψαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Οι χώροι αυτοί, το σπήλαιο του νοσοκομείου (ή Σπηλιά του Κόκκαλη…) και η σπηλιά του Ζαχαριάδη, ήταν ελάχιστα γνωστοί και μόνον στους κατοίκους της περιοχής ή σε ελάχιστους φιλέρευνους ιστοριοδίφες και φυσιολάτρες. Ωστόσο, τα ιδιαίτερα ιστορικά χαρακτηριστικά της ‘’σπηλιάς του νοσοκομείου’’ και η γοητεία του ίδιου του χώρου και της εξέλιξής του, μας οδήγησαν στην πληρέστερη έρευνα και την ακριβέστερη ιστορική αποτύπωση της κατασκευής και λειτουργίας του από την άνοιξη έως το τέλος του εμφυλίου πολέμου, τον Αύγουστο του 1949.
Το 2007 ο Δήμος Πρεσπών, στα πλαίσια του προγράμματος Interreg της Περιφέρειας Δ. Μακεδονίας, προχώρησε στην εκπόνηση της μελέτης με τίτλο: «Δημιουργία πολιτιστικής διαδρομής και ανάδειξης των μνημείων του Δ. Πρεσπών» που μεταξύ άλλων, προέβλεπε την οργάνωση του εσωτερικού του σπηλαίου σε επισκέψιμο, εύκολα προσβάσιμο και αντιληπτό χώρο, σε σχέση με την ιστορική σημασία του.
Η υλοποίηση των προβλεπόμενων έργων ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2008 και με αφορμή τα παραπάνω, ο Δήμος Πρεσπών οργάνωσε τον περασμένο Νοέμβρη διήμερο επιστημονικό συνέδριο με τίτλο : «Ο Εμφύλιος στην Πρέσπα», όπου στα πλαίσια των εργασιών του, παρουσιάστηκε και η ιστορική έρευνα για την κατασκευή αυτού του σημαντικού έργου, του Νοσοκομείου του ΔΣΕ στην Πρέσπα.
Όταν τον Σεπτέμβρη του 1948 ο μηχανισμός της ηγεσίας του Δ.Σ.Ε. μετακινήθηκε στην «Άφρικα» – στην περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στις λίμνες μεγάλη και μικρή Πρέσπα και τα Αλβανικά σύνορα – και συγκεκριμένα στην Πύλη, στα σπίτια του χωριού εγκαταστάθηκαν οι υπηρεσίες της Προσωρινής Κυβέρνησης ενώ σε κοντινή προφυλαγμένη ρεματιά και σε υπερκείμενο δασοσκεπές υψίπεδο σε απόσταση 2 χιλιομέτρων αναπτύχθηκαν οι εγκαταστάσεις του Γενικού Αρχηγείου του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Αυτές περιλάμβαναν διάφορες υπηρεσίες: αποθήκες, σταθμό ασυρμάτου, το τυπογραφείο των εκδόσεων του ΔΣΕ, τα επιτελικά γραφεία, χώρους στρατωνισμού της μονάδας ασφαλείας του Γενικού Αρχηγείου και τα γραφεία των ηγετικών στελεχών.
Με την κρατούσα και επιτυχή κατασκευαστική πρακτική (ταχύτατη και ασφαλής κατασκευή, χρήση επιτόπιων υλικών, απόλυτη ενσωμάτωση στο περιβάλλον – άρα και απόκρυψη ), οι χώροι αυτοί γίνονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους υπόσκαφοι και κατά ένα μικρό υπέργειοι, με ξύλινα χωρίσματα και στέγη από επάλληλες σειρές κορμών δένδρων και συμπλήρωμα των μεταξύ κενών με υγρό χώμα και φύλλα. Τη στέγη τους, που κρύβονταν από το πυκνό, συνήθως, φύλλωμα των δένδρων επικάλυπταν με κλαδιά, ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης απόκρυψή τους από αέρος…Με αυτόν τον τρόπο κατασκευάστηκαν στη διάρκεια αυτού του πολέμου, από αμπριά και αποθήκες μέχρι και χώροι συνάθροισης εκατοντάδων μαχητών.
Ιδιαίτερης όμως σημασίας ήταν η κατασκευή εντυπωσιακών σε μέγεθος και οργανωτική πληρότητα υγειονομικών εγκαταστάσεων, όπως ορεινά χειρουργεία και νοσοκομεία δυναμικότητας χιλίων και πλέον κλινών, όπως το νοσοκομείο στο Λιανοτόπι του Γράμμου!
Δεν θα επεκταθούμε περιγράφοντας τις αρχιτεκτονικές και λειτουργικές αρετές αυτών των κατασκευών, που συνήθως εξυπηρετούσαν προσωρινές ανάγκες στέγασης ή οχύρωσης. Θα μείνουμε στην περιγραφή ενός άλλου, μοναδικού και σπουδαίου τεχνικού έργου του ΔΣΕ, του καθ΄ υπερβολήν σήμερα λεγόμενου Νοσοκομείου των Ανταρτών, κοντά στον ερειπιώνα του παραλίμνιου οικισμού του Αγκαθωτού. Πρόκειται για ένα σημαντικό μνημείο που οργανώθηκε σε ένα εν πολλοίς τεχνητό σπήλαιο και που λειτούργησε τους τελευταίους μήνες της εμφύλιας σύρραξης ως χώρος υγειονομικής περίθαλψης τραυματισμένων μαχητών του ΔΣΕ. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…
Σεπτέμβρης του 1948 και οι συχνές αεροπορικές προσβολές αναγκάζουν την ηγεσία του Υγειονομικού του ΔΣΕ – αρχίατρος Νώντας Σακελλαρίου – να μεταφέρει το νοσοκομείο που λειτουργούσε στο σχολείο του χωριού Ψαράδες, αρχικά στα σπίτια του χωριού Πυξός και λίγο αργότερα – καθώς οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται αδιάκοπα – σε σπίτια στο Βροντερό.
Η ημερήσια όμως πρακτική της μετακίνησης των τραυματιών στη διάρκεια των συναγερμών στη δασωμένη πλαγιά απαιτούσε αφ’ ενός πολλούς τραυματιοφορείς, αφ’ ετέρου προκαλούσε επικίνδυνη κακουχία και καταπόνηση στους τραυματίες.
Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο Ν. Σακελλαρίου με οδηγό τον Στ. Πιτιανούδη εντοπίζουν σε μικρή απόσταση από το δρόμο προς το Αγκαθωτό και σε μια πτύχωση του βράχου μπροστά σε μια μικρή χαράδρα, μια καλοσχηματισμένη σπηλιά με είσοδο που μισοκρύβεται από μια κορομηλιά!
Η σπηλιά βρίσκεται κατ΄αρχήν σε ιδεώδες σημείο ως προς την πολύτιμη αντιαεροπορική κάλυψη αφού προσβάλλεται με ρουκέτες μόνο μέσω Αλβανίας, ενώ από τις βόμβες προστατεύεται από τις υπερκείμενες βραχώδεις υπώρειες του όρους Βροντερού, ύψους τουλάχιστον 100 μέτρων.
Αυτό που βλέπει τότε ο αρχίατρος Σακελλαρίου, είναι ότι η σπηλιά έχει ένα σπηλαιοθάλαμο εμβαδού περίπου 70 τ.μ. με ύψος γύρω στα 3,5 μ., ότι προσεγγίζεται σχετικά εύκολα, και ότι το πέτρωμα των βράχων είναι ασβεστολιθικό, άρα σχετικά μαλακό και εύθρυπτο. Έτσι, με απόφαση του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ ύστερα από πρόταση του Σακελλαρίου, επιλέγεται η σπηλιά να αποτελέσει την ‘μόνιμη’ εγκατάσταση του νοσοκομείου, αφού εξασφαλίζει κατ’ αρχήν ασφάλεια και σχετικά καλή προσβασιμότητα.
Στην αρχή της άνοιξης του 1949 , εγκαθίσταται στο σπήλαιο εργοτάξιο της διοίκησης Μηχανικού του ΔΣΕ με επικεφαλής τον Ν. Βυθούλκα, αξιωματικό με σπουδές πολιτικού μηχανικού και με εντατικούς ρυθμούς ξεκινούν εργασίες διάνοιξης του υφισταμένου σπηλαιοθαλάμου με μικροανατινάξεις και σκαπτικές-εξορυκτικές εργασίες «…όπως στα ορυχεία…»[1].
Η ‘μελέτη του έργου’, όπως αναγνωρίζεται σήμερα, προέβλεπε τους εξής άξονες ενεργειών:
Τα παραπάνω επιτεύχθηκαν με συνεχή εικοσιτετράωρη εργασία παράλληλων συνεργείων που ήταν :
1. συνεργείο εξόρυξης και εκβραχισμών. Υπολογισμοί έδειξαν ότι εξορύχτηκαν και μεταφέρθηκαν έξω, περί τα 200 κ.μ. βράχων, ποσότητα τεράστια για τις δυνατότητες, την πίεση του χρόνου, τα διαθέσιμα μέσα και τις γενικότερες συνθήκες πολέμου.
2. συνεργείο μεταφοράς και απόρριψης των προϊόντων εξόρυξης και εκβραχισμών. Τα προϊόντα των εξορύξεων έπρεπε να μεταφέρονται έξω ταχύτατα. Για το λόγο αυτό εφαρμόζεται η μέθοδος της «σέσουλας», δηλαδή μιας σκαφοειδούς κατασκευής από επιμήκη μαδέρια που με τη βοήθεια του κεκλιμένου δαπέδου της σπηλιάς τα μεταφέρουν κατρακυλώντας έξω και μπαζώνεται το πρανές μπροστά στην είσοδό της.
3. συνεργείο υλοτόμων και ξυλουργών για την κατασκευή οικοδομικής ξυλείας και την προετοιμασία του ξύλινου φορέα και των παταριών ‘νοσηλείας’ των μαχητών του ΔΣΕ.
4. συνεργείο οικοδόμων και πετράδων για την το ‘’συμμάζεμα’’ των αναβαθμών και των κοιλοτήτων που προκαλούσαν οι εργασίες εξόρυξης.
5. συνεργείο γυναικών για την κατασκευή αχυροστρωμνών από τσουβάλια και των απαραίτητων ειδών ‘’εξοπλισμού’’ του νοσοκομείου.
Για την υποστύλωση επικίνδυνων για κατάπτωση βράχων, χρησιμοποιούνται κορμοί κέδρων διαμέτρου 25-35 εκ. Για τον ίδιο λόγο και για την στατική εξασφάλιση του συνολικού θόλου του σπηλαίου, με την ιδιοφυή σύλληψη της ιδέας των «κιόνων» διαμορφώνονται και οι δύο τεράστιες βραχοκολώνες! Δημιουργήθηκαν έτσι τέσσερις σπηλαιοθάλαμοι σε τρία επίπεδα με συνολικό μήκος σπηλαίου τα 30 περίπου μ. και εμβαδόν της τάξης των 200 τ.μ., και με υψομετρική διαφορά εισόδου με το εσώτερο σημείο τα 12 μ.
Στον χώρο που προέκυψε, τοποθετούνται σφηνωτά στο δάπεδο και την οροφή του σπηλαίου, κατακόρυφοι κορμοί μικρότερης διαμέτρου που διαμορφώνουν και το ‘σχέδιο’, την ‘κάτοψη’ δηλαδή, όπου θα στηθεί η ωφέλιμη επιφάνεια των παταριών αλλά και οι διάδρομοι κυκλοφορίας, οι προσβάσεις και σκάλες για τα επίπεδα που δημιουργούνται. Όλα αυτά γίνονται με ασύλληπτους ρυθμούς για τα σημερινά δεδομένα οργάνωσης εργοταξίου!
(σχεδιαστικές αναπαραστάσεις της σπηλιάς 1 και 2)
Κατασκευάζεται κατόπιν ένα ιδιότυπο είδος παταριών και τελάρων με ορθοστάτες και οριζόντια δοκάρια από κλαδιά, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με σιδερένια πιόσχημα (σχήματος Π) σφυρήλατα καρφιά (‘κάντζες’)[2] και επιστρώνονται με σανίδια τα οποία προέρχονται από τις άδειες κάσες των πυρομαχικών και πάνω τους τοποθετούνται πρόχειρα αχυροστρώματα[3].
(σχεδιαστική αναπαράσταση της σπηλιάς 3)
Με το τέλος των εργασιών διαμόρφωσης του εσωτερικού, κατασκευάζεται και μία σχετικά ευρύχωρη ξύλινη πλατφόρμα σε πρόβολο, με εμβαδόν περί τα 60 τ.μ., που αποτέλεσε ένα είδος αυλής, χώρου υποδοχής και εξωτερικών ιατρείων – αν επιτρέπεται ο παραλληλισμός με τους σημερινούς γνωστούς όρους. Σε μια ξερολιθιά μήκους 7-8 μ. στο φρύδι της προκείμενης χαράδρας που αποτέλεσε το βάθρο μια σειρά κορμών ύψους 3,5 μ. (σώζεται μέχρι σήμερα ένας από αυτούς στο βάθος της κοίτης του χειμάρρου) στήριζε τον σκελετό της πλατφόρμας που πετσώθηκε με χοντρά σανίδια-μαδέρια που φτιάχνονταν επιτόπου με τη χρήση υλοτομικού πριονιού στη θέση ενός μικρού καταβαθμού του χειμάρρου από κορμούς κέδρων που μεταφέρονταν από τα γύρω δάση με μουλάρια[4].
Με τέτοιο τρόπο κατασκευάστηκαν πάνω στην πλατφόρμα οι 3 παράγκες των γιατρών, διαστάσεων 2*2*2 μ. Την όλη εγκατάσταση συμπλήρωναν οι χώροι υγιεινής, δηλαδή το αποχωρητήριο που αποχέτευε κατ’ ευθείαν στη χαράδρα και ένα υποτυπώδες λουτρό με χρήση βαρελιού.
Έχει σημασία να διευκρινισθεί ότι όλη αυτή η εγκατάσταση, από το στόμιο της σπηλιάς, που έκλεινε με ένα ξύλινο πλαίσιο και όλη η πλατφόρμα μπροστά με τα παραπήγματα, παραλλάσσονταν με κλαδιά και φρέσκα φυλλώματα για την απαραίτητη απόκρυψη, το καμουφλάζ.
(σχεδιαστική αναπαράσταση εξωτερκού σπηλιάς 4)
Το περιγραφέν σπουδαίο τεχνικό έργο, περαιώθηκε εντός μηνός, σύμφωνα με την μαρτυρία του Αντώνη Βρατσάνου στον γράφοντα. Ακόμη και για τα σύγχρονα δεδομένα και μέσα, τέτοιοι χρόνοι ολοκλήρωσης τέτοιων έργων είναι ασύλληπτοι, ανέφικτοι και εξωπραγματικοί…
Μετά την εγκατάσταση των τραυματιών και του προσωπικού, διαπιστώθηκαν και οι πρώτες αδυναμίες στη λειτουργία του νοσοκομείου: στα ψηλά πατάρια δεν υπήρχε επαρκής αερισμός με αποτέλεσμα να παρατηρούνται λιποθυμίες. Εκεί, σύμφωνα με την μαρτυρία της Κατίνας Λατίφη, αγωνίστριας του ΔΣΕ, εγκαταστάθηκαν οι νοσοκόμες.
Διαπιστώθηκε επίσης, ότι δεν ήταν δυνατή η διενέργεια χειρουργικών επεμβάσεων διότι ο διαθέσιμος και προβλεπόμενος χώρος αριστερά στον εισερχόμενο, δεν παρείχε συνθήκες ασηψίας, επαρκούς φωτισμού (παρά το ότι υπήρχε εγκατάσταση φωτισμού με δύο ηλεκτρογεννήτριες), αερισμού και απομόνωσης. Αναζητήθηκε γειτονικός χώρος σε παρακείμενη μικρή σπηλιά η οποία όμως δεν πληρούσε τις ελάχιστες απαιτήσεις. Αποφασίστηκε, λοιπόν, να γίνονται μόνον μικροεπεμβάσεις και αλλαγές επιδέσεων στα τραύματα των μαχητών που νοσηλεύονταν εκεί, ενώ οι βαριά τραυματισμένοι αντάρτες συνέχισαν να μεταφέρονταν σε οργανωμένα νοσοκομεία στην Αλβανία.
Η επιμελητηριακή υποστήριξη του ‘νοσοκομείου’, γινόταν από το χωριό Βροντερό, ενώ κατά κανόνα η μεταγωγή των τραυματιών από τα πεδία των επιχειρήσεων γίνονταν είτε με βάρκα από την Μικρολίμνη, πράγμα επικίνδυνο κατά τη διάρκεια της ημέρας, διότι οι βάρκες ήταν ιδεώδεις στόχοι για αεροπορικούς πολυβολισμούς, και στη συνέχεια με φορείο μέσα από τη χαράδρα ή οδικώς από Λαιμό-Βροντερό.
Το παραπάνω περιγραφέν σπουδαίο τεχνικό έργο λειτούργησε μέχρι τα μέσα Αυγούστου 1949. Όταν εγκαταλείφθηκε από τον ΔΣΕ, μετά την ήττα, διατηρήθηκε ανέπαφο σχεδόν, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 σύμφωνα με αρκετές διασταυρωμένες μαρτυρίες,[5] οπότε έπαυσε να αποτελεί ο χώρος αυστηρά φυλασσόμενη στρατιωτική ζώνη… Τότε αρχίζει η χρησιμοθηρία των υλικών με οικοδομική αξία από τους κατοίκους της περιοχής και επέρχεται η καταστροφή του χώρου, που ολοκληρώνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με την αθρόα είσοδο Αλβανών λαθρομεταναστών που έβρισκαν φιλόξενο καταφύγιο στη σπηλιά και αρκετή ξυλεία για φωτιά.
(φωτογραφίες από το εσωτερικό του σπηλαίου)
Σήμερα, σώζονται υπολείμματα της εσωτερικής οργάνωσης του νοσοκομείου. Η αναγνώριση και ιστορική αποτύπωση του μνημείου έγινε με την βοήθεια και τις περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων, που βοήθησαν στην σχεδιαστική αναπαράσταση του χώρου, ώστε να αποδοθεί κατά το δυνατόν πιστά. Είναι κρίμα που δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε φωτογραφικές αποτυπώσεις του έργου, έστω και έμμεσες, διότι από μαρτυρίες προκύπτουν πληροφορίες για φωτογραφήσεις που έγιναν στο χώρο σε στιγμές ανάπαυλας και χαλάρωσης.
Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας για αυτό το μνημειώδες τεχνικό έργο, θεωρούμε ότι θα έπρεπε να διδάσκεται σαν παράδειγμα στο μάθημα της διαχείρισης εργοταξίου στα τμήματα πολιτικών μηχανικών των Πολυτεχνικών σχολών των Πανεπιστημίων μας…
Το απόσπασμα ημερολογίου που ακολουθεί είναι γραμμένο από τον γιατρό Κωνσταντίνο Χ. που βρέθηκε στο Βίτσι που πήρε μέρος στις επιχειρήσεις, σαν στρατιωτικός γιατρός του εθνικού στρατού και αποδίδει με δυο λέξεις το πλήρες νόημα της παραπάνω περιγραφής. Το ημερολόγιο, αδημοσίευτο, επιγράφεται από τον ίδιο «Ημερολόγιο Επιχειρήσεων 30/7/1949 – 25/9/1949».
«10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ. ΗΜΕΡΑ: Χ, ΩΡΑ: 0 (έτσι το λέν). Πριν φέξει ο ήλιος το κανονίδι άρχισε: Το «85» δεν ξεχωρίζει γής. Μόνο μια σκόνη, μια φλόγα, μια κόλαση. Αεροπορία και άλλα βαριά όπλα άρχισαν. Οι «κένταυροι», τάνκς για ορεινές, σχετικά ομαλές πλευρές, έρπουν σαν αράχνες και βάζουν «ευθεία βολή» στις θυρίδες των αντάρτικων πολυβολείων. Και τι πολυβολείων! Ατράνταχτα έργα μόχθου και τέχνης. Που τα δικά μας τα καημένα…ακουμπάς επάνω τους να ξεκουραστείς και γκρεμίζονται…».
IV. Αναμνήσεις της νοσοκόμας Ευανθίας Ζωίδη (από Πολιτικό Καφενείο)
"Εγώ πήγα να εργαστώ στο Νοσοκομείο του ΔΣΕ, που βρισκόταν στο χωριό μου, Μονόπυλο Καστοριάς. Στην αρχή σε παθολογικό τμήμα και αργότερα σε χειρουργικό τμήμα. Υστερα από λίγο καιρό το Νοσοκομείο μεταφέρθηκε στο Γράμμο. Μέσα στο δάσος είχαν φτιάξει τέλειους θαλάμους από κορμούς πεύκων, όπως και τα κρεβάτια τους. Βρήκαμε έτοιμο χειρουργείο. Κοντά στους θαλάμους υπήρχαν και αμπριά, φαρμακείο με φαρμακοποιό τον μπαρμπα- Ηλία. Η κουζίνα και το πλυντήριο είχαν τοποθετηθεί μακριά από το Νοσοκομείο για να μη γίνει στόχος από τον καπνό. Ως γιατρούς - χειρούργους είχαμε τον Τζιαμαλούκα, τον Πετρόπουλο, καθώς και Ούγγρους εθελοντές. Για παθολόγους τον αρχίατρο Σακελαρίου και τους Φωτόπουλο, Μπαρτσιώτα, Δαδαλιάρη και Τράγγα. Υπήρχαν ομάδες τραυματιοφορέων. Ολο το προσωπικό του Νοσοκομείου γνώριζε σε ποια ομάδα αίματος ανήκαμε. Σε ώρες ανάγκης, δίναμε το αίμα μας"."Θα σας πω ένα χαρακτηριστικό: Μας ήρθε μια μαχήτρια ακρωτηριασμένη και από τα δυο της πόδια. Ξεψυχούσε στο χειρουργικό τραπέζι. Ο γιατρός Τζαμαλούκας, αμέσως βρήκε ποια από τις νοσοκόμες είχε την ομάδα αίματος που χρειάζονταν. Πήραν από το αίμα της και το έβαλαν στην τραυματισμένη. Σε λίγο άνοιξε τα μάτια της. Η χαρά μας δεν περιγραφόταν...".
Εβδομήντα μέρες "επί ποδός"
"Αρχισαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις το 1948 στο Γράμμο, που κράτησαν 70-72 μέρες. Τραυματίες κατέφθαναν πολλοί, νύχτα μέρα ήμασταν επί ποδός. Ολη μέρα επιδέναμε τραυματίες, τα αεροπλάνα μάς βομβάρδιζαν. Οταν χτυπούσε συναγερμός όλοι οι τραυματίες μεταφέρονταν στα αμπριά, έπειτα τους βγάζαμε γιατί τα αμπριά είχαν πολύ υγρασία. Το απόγευμα σχεδόν όλο το προσωπικό μετατρέπονταν σε τραυματιοφορείς. Τον βαριά τραυματισμένο - αφού του δίνονταν οι πρώτες βοήθειες - τον μετέφεραν σε φορείο 4 άτομα. Ξεκινούσαμε - ώρα 5 το απόγευμα - από τα δάση και από τα μονοπάτια. Φτάναμε στον προορισμό μας στις 10 το πρωί. Εκεί μας περίμεναν φορτηγά αυτοκίνητα που μετέφεραν τους τραυματίες στον προορισμό τους. Εμείς πίσω πάλι για να συνεχίσουμε το έργο μας. Αυτό γινόταν επί 70 μέρες. Η κούραση και η εξάντληση δεν περιγράφεται".
"Αρχίζει η πορεία Γράμμο - Βίτσι. Φτάνοντας στο Βίτσι μας έστειλαν σε μάχιμα τμήματα. Εγώ με άλλες συναγωνίστριες, καταταχθήκαμε στην 14η Ταξιαρχία. Πήραμε μέρος σε όλες τις μάχες του Μπίκοβικ και της Φλώρινας. Δε σταματήσαμε να είμαστε μαχήτριες και νοσοκόμες. Σε μια από τις επιχειρήσεις είχαμε τραυματίες. Η νοσοκόμα, Ελεονώρα Ελευθερίου είχε δύο τραυματίες και δεν μπόρεσαν να οπισθοχωρήσουν. Πήρε τους τραυματίες και κρύφτηκαν στους θάμνους. Οταν συμπτυχθήκαμε είδαμε ότι έλειπε η νοσοκόμα και δύο αγωνιστές. Τότε καταλάβαμε ότι υπάρχουν τραυματίες και κάπου θα έχουν κρυφτεί. Πραγματικά, το επόμενο βράδυ πήγαμε, ψάξαμε και τους βρήκαμε".
"Ο αρχίατρος Σακελαρίου, μας βρήκε εκεί που ήμασταν και μας συγκέντρωσε. Μας έστειλε σε υγειονομική σχολή. Τελειώνοντας μας έδωσαν το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Ξανά δημιουργήθηκε το χειρουργείο. Το προσωπικό του πήγαινε κοντά στις μάχες για τις πρώτες βοήθειες. Επίσης πηγαίναμε στα μάχιμα τμήματα και ελέγχαμε ό,τι αφορούσε την υγειονομική υπηρεσία. Στην περιοχή της Καστοριάς, κοντά στο Βίτσι, είχε οργανωθεί Λαϊκό Νοσοκομείο, το οποίο ήταν - αν θυμούμαι καλά - στο χωριό Βροντερό, το οποίο και βοηθούσαμε".
"Αρχίζουν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Βίτσι και οπισθοχωρούμε στο Γράμμο. Σύντομα θα οπισθοχωρήσουμε και από το Γράμμο, τον Οκτώβρη του 1949. Πριν μια μέρα από την οπισθοχώρηση μας είπαν ότι όσοι είναι τραυματίες, άρρωστοι και αδύνατοι, να φύγουν στα μετόπισθεν. Κανένας από εμάς δεν έφυγε. Ολοι μείναμε. Την επόμενη μέρα πέσαμε σε κλοιό, τα αεροπλάνα πετούσαν τόσο χαμηλά που μας μυδριοβολούσαν. Εγώ ήμουν με την Ελεονώρα και την Ελένη. Ορκιστήκαμε ότι αν πρόκειται να μας πιάσουν, θα αυτοκτονήσουμε. Μέσα στον πανικό, βρέθηκα μόνη μου. Στην καλή μου τύχη, βγήκε μπροστά μου ένας γνωστός μου, έμπειρος μαχητής, ο Γιάννης Αλεξίου και στη συνέχεια βρήκαμε μια άλλη μαχήτρια που μας έβγαλε από τον κλοιό και συνδεθήκαμε με τα υπόλοιπα τμήματα στο Πυλκάτη. Αργότερα έμαθα πώς η Ελεονώρα, η αγαπημένη μου αγωνίστρια και ηρωίδα που ήταν πάντα πρώτη και χαμογελαστή, σκοτώθηκε στο Γράμμο...".
V. Αναμνήσεις της νοσοκόμας Ρίτσας Τσακίρη (από Πολιτικό Καφενείο)
Η ίδρυση του πρώτου αναρρωτηρίου στα Χάσια
Το Σεπτέμβρη του 1946 στα Χάσια, στο χωριό Ανθρακιά, είχε ιδρυθεί το πρώτο αναρρωτήριο. Απ' τις αρχές του 1946, μετά από διωγμούς των ανθρώπων που είχαν πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση, άρχισαν να δημιουργούνται οι ομάδες των ανταρτών και μετά την ενοποίησή τους τα συγκροτήματα. Το 1946 ήρθε ειδοποίηση στην ομάδα του Α. Υψηλάντη, Τάκη Λαζαρίδη και του Χρ. Παπαδόπουλου, ότι στη Δεσκάτη είχαν πιαστεί ορισμένοι δάσκαλοι, τους ξυλοκόπησαν και θα τους εκτελούσαν την επομένη. Εδωσαν μάχη τα τμήματα των ανταρτών, τους ελευθέρωσαν και τους φέρανε στο χωριό, την Ανθρακιά. Εκεί υπήρχαν κι άλλοι 3 τραυματίες.
Εκείνο το διάστημα βρέθηκα στην Ανθρακιά. Εμεινα τρεις μέρες και με εντολή της διοίκησης έπρεπε να φύγω για να προμηθευτώ φάρμακα για τους τραυματίες. Αλλά δυστυχώς πιάστηκα στην Καλαμπάκα, κρατήθηκα στο τμήμα 20 μέρες και μετά, ελλείψει στοιχείων, με ελευθέρωσαν και με άλλους 4 στρατιώτες και έναν αξιωματικό από τη Δεσκάτη, τον Δημοσθένη Τζουτζούφη, γύρισα ξανά στην Ανθρακιά. Εκείνες τις μέρες είχε έρθει το κλιμάκιο από το Μπούλκες. Εκείνη τη στιγμή υπήρχαν 25 τραυματίες, ήταν επικίνδυνο να μείνουν στο χωριό και αποφασίστηκε να γίνει έξω από το χωριό, στο δάσος, αναρρωτήριο. Ιδρύθηκε πρόχειρος καταυλισμός για αναρρωτήριο. Το εξυπηρετούσαν 1 γιατρός Χρήστος από το Κηπουργιό Γρεβενών με το νοσοκόμο Τάκη από τη Γριά Γρεβενών και τις νοσοκόμες Αγορίτσα Μητράκη - Τσακίρη, Ελπίδα Γιωργούλα, Σταυρούλα Γιωργούλα και Δέσποινα, που ήταν στο τμήμα μας με τον Αρη Βελουχιώτη. Με πολύ μεγάλες δυσκολίες προμηθευόμασταν τα φάρμακα και φροντίζαμε για την ασφάλεια των τραυματιών. Βγαίναμε σκοπιά.
Μετά τη μάχη στο Κηπουργιό, επειδή είχαν φύγει οι αντάρτες για τη μάχη, στο αναρρωτήριο έμενε το εντελώς απαραίτητο προσωπικό. Από προδοσία μάς περικύκλωσε ο στρατός και με μεγάλη δυσκολία καταφέραμε να σώσουμε τους τραυματίες μεταφέροντάς τους σε άλλο σημείο.
Το 1947 βρέθηκα στον Κόζιακα και από τα Χάσια μας ζητούσαν φάρμακα. Επειδή στα Τρίκαλα μόνο εγώ γνώριζα την Αλληλεγγύη, με εντολή του Καρτσιώτη (Βάγιας Γιώργος) κατέβηκα στα Τρίκαλα και αφού τελείωσα την αποστολή μου, την ώρα που πήγαινα να φύγω, ένας χωριανός μου με γνώρισε και με παρέδωσε σε χωροφύλακα. Το Τμήμα Χωροφυλακής με την Ασφάλεια με παρέδωσαν στο στρατό που έδρευε στην Καλαμπάκα και από κει στο Μούργκανι. Μετά από κει αρχίζει ο μεγάλος Γολγοθάς μέσα σε διάφορες φυλακές και βγήκα το 1954.
VI. O γιατρός Πέτρος Κόκκαλης (από Ριζοσπάστη)
Σε όλη τη διάρκεια του άνισου αγώνα που διεξήγαγε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, ο Πέτρος Κόκκαλης ήταν ο πρωτοπόρος στην οργάνωση της υγειονομικής περίθαλψης στο ΔΣΕ, και ως ένα απ' τα σημαντικότερα πολιτικά στελέχη, όντας υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Παιδείας της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της, αλλά και ως επιστήμονας και γιατρός, που κάτω απ' τις πλέον αντίξοες και δύσκολες συνθήκες επιτελούσε το έργο του με συνέπεια.Ο Π. Κόκκαλης, με τη ζωή του και τη στάση του, έδινε το καθημερινό παράδειγμα της αυταπάρνησης και της θυσίας για τα ανώτερα ιδανικά και τις αξίες που αγωνιζόταν. Για να ζήσει ο λαός στη δική του κοινωνία χωρίς καταπίεση, εκμετάλλευση και φτώχεια. Και έθεσε τις υπηρεσίες του στην υπόθεση των σκοπών του αγώνα του ΔΣΕ. Αφησε πίσω του μια «λαμπρή καριέρα» - όπως κάποιοι θα έλεγαν - προκειμένου να παλέψει για τα δίκια του λαού και της εργατιάς.
Ποια όμως ήταν η ζωή του Π. Κόκκαλη, πότε ήρθε σε επαφή με το Κόμμα που υπηρέτησε πιστά στις πιο μεγάλες δυσκολίες και ποια η παρακαταθήκη που άφησε σε μας τους νεότερους; Ολα αυτά, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια.
Ο Π. Κόκκαλης γεννήθηκε στις 18 Σεπτέμβρη του 1896 στη Λιβαδειά. Το δημοτικό και το γυμνάσιο το τέλειωσε στη γενέτειρά του και κατόπιν ήρθε στην Αθήνα, όπου φοίτησε στην Ιατρική στα 1911-1913. Τις ιατρικές του σπουδές τις συνέχισε στο Βερολίνο (1913-1914), στη Ζυρίχη (1915-1916) και στη Βιέννη (1916-1917). Το 1918-1919, εργάστηκε ως βοηθός του καθηγητή Σερβέν στη χειρουργική κλινική του Πανεπιστημίου της Βέρνης. Από εκεί πήρε το δίπλωμά του και το Γενάρη του 1919 ανακηρύχτηκε δόκτορας της Ιατρικής. Το διάστημα 1919 έως το 1928 ήταν βοηθός του καθηγητή Σάουμπερμπουχ στη χειρουργική κλινική του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Στο διάστημα αυτό άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα αποτελέσματα των ερευνών του πάνω στα ζητήματα της χειρουργικής. Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα, το 1929, δημοσίευσε το σύγγραμμά του, τη «Χειρουργική», η οποία αποτελούσε μια σπουδαία εργασία για την εποχή της έκδοσής της.
Στην Ελλάδα αποτέλεσε έναν απ' τους κορυφαίους επιστήμονες της Ιατρικής. Το Μάη του 1929 - λίγο μετά την άφιξή του στη χώρα μας - έγινε υφηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο διάστημα 1929-1935 ήταν διευθυντής Χειρουργικού Τμήματος του Δημοτικού Νοσοκομείου «ΕΛΠΙΣ». Από το 1935 έως το 1939 εργάστηκε ως τακτικός καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών στην έδρα της Εγχειρητικής Τοπογραφικής Ανατομικής και ως διευθυντής της ΙΙΙ Χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ». Το 1939 έγινε τακτικός καθηγητής στην έδρα της Χειρουργικής και Διευθυντής της ΧΙ Πανεπιστημιακής Κλινικής στο «ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ» Νοσοκομείο. Στις θέσεις αυτές παρέμεινε έως το 1946, οπότε και απολύθηκε για πολιτικούς λόγους, όπως άλλωστε συνέβη και με πολλούς άλλους ΕΑΜίτες και προοδευτικούς πανεπιστημιακούς.
Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, πήρε μέρος από τη θέση του συμβούλου χειρούργου στο Σώμα Στρατού στην Ηπειρο. Στη συνέχεια, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και από τον Απρίλη έως τον Οκτώβρη του 1944 διατέλεσε γραμματέας (σ.σ.: υπουργός) Υγείας και Πρόνοιας της ΠΕΕΑ, δηλαδή της Κυβέρνησης του Βουνού.
Ο Πέτρος Κόκκαλης έγινε μέλος του ΚΚΕ, το 1944. Σαν κομμουνιστής, που πάντα πάλευε για το συμφέρον του λαού από την ώρα που εντάχθηκε στις γραμμές της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, δε δίσταζε να κάνει και δημόσια την αυτοκριτική του, για το διάστημα εκείνο της ζωής του, που έμεινε μακριά από τους λαϊκούς αγώνες. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα είχε πει στις 26 Δεκέμβρη του 1945, μιλώντας στο Πολιτικό Μνημόσυνο του Δ. Γληνού (δημοσιεύτηκαν στην ΚΟΜ.ΕΠ. τεύχος 2, Φλεβάρης 1946, σ. 72): «Οσοι κατόρθωσαν μέσα στο σάπιο αυτό κλίμα να βρουν το σωστό δρόμο, το χρωστάνε κατά ένα μεγάλο μέρος στο εθνικοαπελευθερωτικό σάλπισμα του ΕΑΜ και γι' αυτό ευγνωμονούμε τους πρωτεργάτες του και ανάμεσα σ' αυτούς πρώτο, τον πρωτοπόρο του Δημήτρη Γληνό. Οφείλουμε, όμως, να έχουμε το θάρρος να ομολογήσουμε εμείς οι άνθρωποι της σκέψης και της δουλειάς, κι ανάμεσα στους πολλούς, που μου επιτρέπεται σήμερα να μιλήσω για τον Δημήτρη Γληνό, ότι διαφορετικός ήταν ο δρόμος που ακολουθήσαμε και δεν είναι αρκετό για να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας ότι, τελικά, βρεθήκαμε κοντά του και κοντά στους άλλους λαϊκούς αγωνιστές.
Υπήρξε εποχή, που εμείς, από έλλειψη σωστού ιδεολογικού προσανατολισμού, για να μη δώσουμε αφορμές στη διαστρεβλωμένη εκείνη κοινωνία, σωπάσαμε, και με την παθητική μας στάση ανεχτήκαμε, όταν εξόριζαν, βασάνιζαν, θανάτωναν τους λαϊκούς αγωνιστές. Και δεν ήταν μονάχα η έλλειψη της βαθύτερης κατανόησης της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, που μας έκανε έρμαια συναισθηματικών ταλαντεύσεων, αλλά και η έλλειψη θάρρους. Και είναι έλλειψη θάρρους, όταν δε σηκώνει τη φωνή του ο κάθε διανοούμενος, όταν σέρνονται στις φυλακές, τυραννιούνται, εξευτελίζονται άνθρωποι, για μόνο το λόγο ότι αγωνίζονται για τα δικαιώματα του εργαζόμενου λαού. Πιστεύουμε ότι η ωμή αυτή εξομολόγηση, όχι μόνο επιβάλλεται σαν ζήτημα ηθικής τάξης για μας τους ίδιους, αλλά επιβάλλεται και σαν μήνυμα για τους άλλους, την ανήσυχη και κρίσιμη αυτή εποχή. Γιατί, άσχετα αν ήρθε η στιγμή που είδαμε το σωστό δρόμο και κάναμε ολοκληρωτικά το καθήκον μας απέναντι στο λαό και στο έθνος, εμένα τουλάχιστον με σκιάζει σ' όλη μου τη ζωή η ανάμνηση ότι υπήρξε εποχή, που ώριμος επιστήμονας σώπασα και ανέχτηκα έτσι τη διαστρέβλωση της αλήθειας και την καταπάτηση της λευτεριάς. Και αυτήν την έννοια έχει το μήνυμα που απευθύνουμε σε κάθε τίμιο διανοούμενο, που τυχόν σωπαίνει, και μάλιστα σήμερα, όταν πίσω από τα σίδερα βρίσκονται χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές».
Μετά το Δεκέμβρη και τη Βάρκιζα, ο Πέτρος Κόκκαλης αγωνίστηκε, μαζί με άλλους επιστήμονες, για τη συνένωση των κομμουνιστών, ΕΑΜιτών, αριστερών και προοδευτικών επιστημόνων. Σε αυτή την προσπάθεια, στόχος ήταν η μελέτη των προβλημάτων που εγείρονταν στη σύγχρονη μεταπολεμική Ελλάδα και στην παραγωγή εκείνου του επιστημονικού έργου, που θα δίνει λύσεις και απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα και στις αληθινές ανάγκες της χώρας και του λαού της.
Υπήρξε, λοιπόν, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Νεοελληνικών Προβλημάτων «Επιστήμη - Ανοικοδόμηση», της γνωστής ΕΠ - ΑΝ. Στην ιδρυτική σύσκεψη της εταιρείας, στις 3 Σεπτέμβρη 1945, ο Π. Κόκκαλης, ως πρώτος εισηγητής, μεταξύ άλλων (καταγράφηκαν στο περιοδικό «ΑΝΤΑΙΟΣ» Χρόνος Α', τεύχος 8/20-9-1945, σ. 182), είπε: «Στη σύγκρουση των προοδευτικών ανθρώπων με τις σκοτεινές δυνάμεις των καθυστερημένων, που σαν μοναδικό κίνητρο έχουν την αγωνιώδη προσπάθεια για περιφρούρηση προνομίων και ατομικών συμφερόντων, η θέση του επιστημονικού κόσμου είναι φανερή. Πάντοτε οι επιστήμονες ένιωθαν σαν κύριο προορισμό τους να δουλεύουν για να συμβάλλουν στην πρόοδο και την προκοπή του κοινωνικού συνόλου. Ωστόσο, οι οικονομικοκοινωνικές συνθήκες, αλλού πιο λίγο, αλλού πιο πολύ, όπως στον τόπο μας, ματαίωναν τη σύνδεση της θεωρίας με την πράξη με συγκεκριμένες πραγματοποιήσιμες μελέτες. Ενας από τους κυριότερους σκοπούς της Εταιρείας πρέπει να είναι να σπάσει την αντινομία αυτή και να συγκεντρώσει την προσπάθεια όλων των επιστημόνων στη μελέτη των ζωντανών νεοελληνικών προβλημάτων. Στο σημερινό μεταπολεμικό χάος, η ανάγκη αυτή παρουσιάζεται περισσότερο παρά ποτέ επιτακτική».
Ο Πέτρος Κόκκαλης παρέμεινε στην πρωτοπορία του αγώνα, σε όλη τη διάρκεια της μετέπειτα ζωής του. Συνέχισε το επιστημονικό του έργου, με νέες δυνάμεις, που απέρρεαν από τη βαθιά του γνώση της πραγματικότητας και του κόσμου.
Μετά τον Εμφύλιο θα ακολουθήσει την τύχη των υπόλοιπων μαχητών του ΔΣΕ στην Πολιτική Προσφυγιά. Στο διάστημα 1950 - 1955, θα αναπτύξει μεγάλη δράση από τη θέση του υπευθύνου της ΕΒΟΠ (Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί), προσφέροντας όλες του τις δυνάμεις στην υπηρεσία των αναγκών των παιδιών των πολιτικών προσφύγων. Δίπλα του, θα έχει άξιους συνεργάτες εκπαιδευτικούς, όπως την Ελλη Αλεξίου, τον Γ. Αθανασιάδη κ.ά.
Το 1950 ήρθε μια ακόμη αναγνώριση για τον Πέτρο Κόκκαλη. Πήρε μέρος στο συνέδριο που ίδρυσε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης, του οποίου και αναδείχτηκε μέλος, δίπλα στον Πάμπλο Πικάσο, στον Λουί Αραγκόν, στον Ζολιό και την Μαρί Κιουρί, στον Τζον Μπερνάλ Ντέσμοντ, στον Ιβ Μοντάν κ.ά.
Το 1954, του έγινε πρόταση από τον υπουργό Επιστημών της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας να εργαστεί μόνιμα στο Βερολίνο. Ο Π. Κόκκαλης ενημέρωσε σχετικά την ηγεσία του ΚΚΕ, η οποία και ενέκρινε την εγκατάστασή του στη γερμανική πρωτεύουσα. Από το Μάη του 1955, εργάστηκε ως διευθυντής του Ινστιτούτου Πειραματικής Χειρουργικής της Καρδιάς και των Αγγείων στην Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου, η οποία τον εξέλεξε παμψηφεί μέλος της, το 1959. Το 1957 έγινε καθηγητής στην έδρα της Χειρουργικής του Πανεπιστημίου «Χούμπολντ». Ταυτόχρονα, από το 1957 έως το 1962, διατέλεσε πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής Πολιτικών Προσφύγων Ελλάδος (ΚΕΠΠΕ).
Την 1η Δεκέμβρη του 1961, ενάμιση μήνα πριν από το θάνατό του, ο Πέτρος Κόκκαλης τιμήθηκε με το ανώτατο παράσημο «Εργασίας» από την κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, παρουσία του ηγέτη της, Β. Ούλμπριχτ. Ο αρμόδιος υπουργός, που τον προσφώνησε, είπε μεταξύ άλλων: «Σαν επιστήμων, ιατρός και αγωνιστής κατά του φασισμού, σαν διευθυντής πανεπιστημιακού ινστιτούτου Πειραματικής Χειρουργικής της Καρδιάς, ο καθηγητής Πέτρος Κόκκαλης ενώνει όλες τις υψηλές ιδιότητες που απαιτούνται από έναν επιστήμονα, δάσκαλο και παιδαγωγό και αποτελεί πρότυπο και παράδειγμα για τους νέους επιστήμονες».
Την Τρίτη 16 Γενάρη του 1962, από το ραδιοσταθμό του ΚΚΕ «Φωνή της Αλήθειας», που έδρευε στη Ρουμανία, οι Ελληνες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό πληροφορούνταν μιαν άκρως δυσάρεστη είδηση: «Η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας αναγγέλλει με βαθύτατη θλίψη το θάνατο του εξέχοντα επιστήμονα και αγωνιστή της ειρήνης και της δημοκρατίας καθηγητή σ. Πέτρου Κόκκαλη. Ο καθηγητής Πέτρος Κόκκαλης πέθανε από καρδιακή προσβολή στη διάρκεια της εργασίας του στο "Ινστιτούτο Πειραματικής Χειρουργικής της Καρδιάς και των Αιμοφόρων Αγγείων", της Γερμανικής Ακαδημίας Επιστημών, που διηύθυνε. Πέθανε πάνω στο καθήκον» («Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 9, σ. 137).
Την επομένη, 17 του μηνός, η είδηση πέρασε στον αθηναϊκό Τύπο. Η «Αυγή» εκείνης της περιόδου, στην πρώτη της σελίδα, έγραφε: «Τη νύκτα της Δευτέρας πέθανε αιφνιδίως στο Βερολίνο ο καθηγητής Κόκκαλης». Στο σύντομο ρεπορτάζ αναφερόταν: «Τηλεγράφημα από το Ανατολικό Βερολίνο προς την εφημερίδα μας ανήγγειλε χθες το θάνατο του διαπρεπούς Ελληνος επιστήμονος Πέτρου Κόκκαλη. Το τηλεγράφημα έχει ως εξής: Ο καθηγητής δρ. Πέτρος Κόκκαλης απεβίωσε αιφνιδίως τη νύκτα της Δευτέρας προς την Τρίτη. Η κηδεία του Κόκκαλη, ο οποίος ήταν συνεργάτης στα ζητήματα κυκλοφορίας του αίματος της Γερμανικής Ακαδημίας του Βερολίνου, θα γίνει το πρωί της προσεχούς Κυριακής στο κρεματόριο του Ανατ. Βερολίνου».
«Στο πρόσωπο του συζύγου σας - έλεγε σε συλλυπητήριο μήνυμα προς τη γυναίκα του εκλιπόντος ο ηγέτης της ΓΛΔ Β. Ούλμπριχτ - χάνουμε ένα σύντροφο, που σαν άνθρωπος και σαν ερευνητής κατέκτησε έξω από τα σύνορα της πατρίδας του και της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας το σεβασμό, την αναγνώριση και το διεθνές κύρος». Στο ίδιο πνεύμα, ο ραδιοσταθμός της Μόσχας χαρακτήρισε το θάνατο του Π. Κόκκαλη «απώλεια για το φιλελεύθερο ελληνικό λαό και το παγκόσμιο κίνημα ειρήνης».
Οι Ελληνες κομμουνιστές, οι αριστεροί, οι προοδευτικοί άνθρωποι γνώριζαν πολύ καλά το μέγεθος της απώλειας. «Ο θάνατος του καθηγητή σ. Πέτρου Κόκκαλη είναι μεγάλη απώλεια για το προοδευτικό κίνημα της Ελλάδας και την Επιστήμη», τόνιζε, στην ανακοίνωσή της, η ΚΕ του ΚΚΕ («Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 9, σ. 137).
Η οικογένεια του Πέτρου Κόκκαλη, γνωρίζοντας την επιθυμία του να ταφεί στα πάτρια εδάφη αμέσως μετά το θάνατό του, ζήτησε από την τότε κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή να επιτραπεί η μεταφορά της σορού του στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση, παρά τις συνθήκες της αντικομμουνιστικής μετεμφυλιακής ψύχωσης που επικρατούσαν τότε, έδωσε την έγκριση.
Η κηδεία του Πέτρου Κόκκαλη έγινε την Κυριακή 28 Γενάρη 1962 στο Α' Νεκροταφείο. Το νεκρό αποχαιρέτησαν διακεκριμένοι επιστήμονες, λογοτέχνες, πολιτικοί, η πολιτική ηγεσία της ΕΔΑ, χιλιάδες επωνύμων και ανωνύμων. Το βράδυ εκείνης της μέρας, ο Γ. Ρίτσος έγραψε ένα Επιτύμβιο στο νεκρό που τελείωνε με τη φράση: «Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ».
«Να γυρίσουν ζωντανοί», είχε φωνάξει τη μέρα της κηδείας ο λαός της Αθήνας, απαιτώντας τον άμεσο επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων κι εκφράζοντας την αγανάκτησή του, που ένας τόσο σπουδαίος άνθρωπος σαν τον εκλιπόντα υποχρεώθηκε να ζήσει και να πεθάνει στην εξορία της πολιτικής προσφυγιάς.
VIΙ. 'Ενας παθολογοανατόμος στη δίνη της ιστορίας. Νικόλαος Μαγκάκης. (από Μέτωπο Ιστορίας)
Ήταν τέλη του 1946 κι ο εμφύλιος πόλεμος φούντωνε όταν ο Μαγκάκης πήγε στον Ευαγγελισμό για να πάρει το πιστοποιητικό που χρειαζόταν για να μεταβεί στο Παρίσι. Ο παλιός του Διευθυντής, τακτικός καθηγητής της Παθολογικής Ανατομίας στο Παν/μιο Αθηνών Ιωάννης Κατσαρός του το έδωσε λέγοντας: "Και τώρα κύριε Μαγκάκη ελπίζω να διακόψετε την πολιτική σας δράση”. Τότε ο Μ. έγινε κατακόκκινος και πάνω στο θυμό του έσκισε το χαρτί κι έφυγε.
Ο Μαγκάκης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 1911. Ο πατέρας του Μιχαήλ Μαγκάκης (1868-1954) υπήρξε διαπρεπής ωτορινολαρυγγολόγος με καταγωγή από τη Χίο (βλ. και σχετικό λήμμα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Πυρσός 1929 τ. ΙΣΤ σ.430). Μετεκπαιδεύτηκε στο Μόναχο, το Βερολίνο, τη Βιέννη και το Παρίσι (1891-94). Εχρημάτισε γεν. γραμματέας της εν Αθήναις ιατρικής εταιρείας, του Πρώτου Πανελληνίου Ιατρικού Συνεδρίου (1901) και του Πανελλήνιου Ιατρ. Συλλόγου (1925-28).
Ο Νικ. Μαγκάκης σπούδασε στην Ιατρική Αθηνών (1928-34) ενώ παράλληλα διήλθε όλες τις βαθμίδες στο σημαντικότερο τότε Ελληνικό Παθολογοανατομικό Εργαστήριο στο θεραπευτήριο “Ο Ευαγγελισμός”. Άμισθος υποβοηθός το 1931, 6’ βοηθός το 1933 και α' βοηθός (επιμελητής) το χρονικό διάστημα 1935-37. Από στοιχεία που έχουν διασωθεί στα αρχεία του Νοσοκομείου γνωρίζουμε ότι το 1933 α' βοηθός ήταν ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης ενώ μία από τους 7 υποβοηθούς του ήταν η Μίνα Γαρέζου, μετέπειτα μικροβιολόγος και σύζυγος του Μαγκάκη. Την χρονιά εκείνη έγιναν 105 νεκροτομές. Σε νεκροτομικό υλικό (3 περιπτώσεις) βασίστηκε και ο Μ. για την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής με θέμα "Συμβολή εις τη μελέτη της οζώδους περιαρτηριίτιδος" που βαθμολογήθηκε με άριστα (Ιούνιος 1937). Ενδεικτική της εμβρίθειας και της γλωσσομάθειας του είναι η παράθεση 500 βιβλιογραφικών παραπομπών.
Έγραφε ο Ιωάννης Κατσαρός σε πιστοποιητικό με ημερομηνία 14.7.1937: "εωρώ απαραίτητον όπως ο κ. Ν. Μαγκάκης προς τέλειαν συμπλήρωσιν της επιστημονικής του μορφώσεως μεταβή εις τι των μεγάλων επιστημονικών ευρωπαϊκών κέντρων προς μετεκπαίδευσιν, έχω δε την πεποίθηση ότι εάν επιτυχή τούτο θα αποβή άριστος επιστήμων χρήσιμος τόσο εις την κοινωνίαν όσο και εις την Ελληνικήν Ιατρικήν Επιστήμην".
Από τον Οκτώβριο του 1937 μέχρι και την έναρξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου (1.9.1939) ο Μ. έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Βερολίνο. Εκτός από την Παθ. Ανατομία στο ονομαστό ινστιτούτο του Νοσ. Charite (Διευδ. Καδ. Roessle) εργάσθηκε 6 μήνες στην Παθολογική Κλινική του νοσ. Westend και 9 μήνες σε διάφορα τμήματα του Robert - Koch- Institut.
Στη συνέχεια ο Μ. υπηρέτησε 5 μήνες στο Α' Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου ήταν έφεδρος ανθυπίατρος. Στην κατοχή ήταν γιατρός στα Καταφύγια Επειγούσης Περιθάλψεως (Ιούνιος 1942 - Νοέμβριος 1943). Το 1942 οργανώθηκε στο ΕAM. Τον Αύγουστο του 1943 διορίστηκε επιμελητής του Παθολογοανατομικού τμήματος του Νοσ. "Ο Αγ. Σάββας", θέση που διατήρησε μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 όταν απελύθη για πολιτικούς λόγους.
Με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης έφυγε στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 1947 όπου και παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1948. Στο εργαστήριο Παθ. Ανατομικής του Πανεπιστημίου (διευθυντής Καθηγητής Leroux) και στο ιστοπαθολογοανατομικό εργαστήριο της πανεπιστημιακής παθολογικής Κλινικής ο Μαγκάκης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις παθήσεις των αγγείων και έκανε πειραματικές εργασίες για την αλλεργική αρτηρίτιδα, τα αποτελέσματα των οποίων ανακοινώθηκαν στην Academie Nationale de Medecine. Στις 22.4.1948 του απενεμήθη ο τίτλος του Ξένου Βοηθού (Assistant Etranger).
O Μ. επέστρεψε στην Ελλάδα μέσα στη φωτιά του εμφυλίου πολέμου και κατετάγη στο Υγειονομικό Σώμα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) Ο Νώντας Σακελλαρίου αρχίατρος του ΔΣΕ αναφέρεται δύο φορές στον Μ. στο βιβλίο του "Το υγειονομικό του Δημοκρατικού Στρατού" (εκδ. Αφων Τολίδη, Αδήνα). "Σκεφτήκαμε να οργανώσουμε σχολή μεσαίων υγειονομικών στελεχών με διάρκεια φοίτησης 5 μήνες ... επίσης σχολές νοσοκόμων με διάρκεια φοίτησης 3 μήνες... Διευθυντής των σχολών τοποθετήθηκε ο γιατρός Μαγκάκης Νίκος παθολογοανατόμος, ικανότατος, εργατικότατος, ακούραστος, ακεραίου χαρακτήρα" (σ. 92)."Αποφοίτησαν από τις δύο σχολές (στο Βίτσι) 152 και ονομάσθηκαν ανθυπολοχαγοί της υγειονομικής σχολής...”
"Η επιτυχία των σχολών οφείλεται στην προσωπικότητα του Ν. Μαγκάκη” (σ. 94). Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου ο Μ. εργάστηκε στο νοσοκομείο της νήσου Βολιν (Wolin) βορείως του Στετίνου (Πολωνία) όπου μεταφέρθηκαν περίπου 2.000 βαριά τραυματισμένοι μαχητές του Δ.Σ.Ε. Σημειώνουμε ότι το νοσοκομείο αυτό χτίστηκε απ’ το ναζιστικό καθεστώς για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες βάσης της Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe) που έδρευε στο νησί αλλά δεν πρόλαβε να λειτουργήσει πριν τη συνθηκολόγηση. Στη συνέχεια ο Μ. εγκαταστάθηκε στην Πράγα ως πολιτικός πρόσφυγας. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης στο 2° Παθολογοανατομικό Εργαστήριο του Πανεπιστημίου (διευθυντής Καθηγητής Jedlicka). Τον Ιούλιο του 1956 μετέβη στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Αρχικά διεξήγαγε έρευνες στον τομέα πειραματικής χειρουργικής καρδιαγγειακού συστήματος στην Γερμ. Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου (καθ. Πέτρος Κόκκαλης). Το 1958 έγινε επιμ. A' (Oberarzt) στο τμήμα Ιστοπαθολογίας της ογκολογικής κλινικής του νοσ. Charite. Τον Φεβρουάριο του 1957 πήρε τον τίτλο της ειδικότητας του Παθολογοανατόμου από το πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου. Τον Απρίλιο του 1962 έγινε διευθυντής στο νοσοκομείο της Λαϊκής Αστυνομίας (Volkspolizei) του Ανατολικού Βερολίνου. Το 1967 επέστρεψε στην ογκολογική Κλινική του Charite ενώ παράλληλα επιδόθηκε στη μελέτη των μυοεπιθηλιακών κυττάρων του μαστού. Οι έρευνες του ευοδώθηκαν τον Απρίλιο του 1986 με την απονομή του τίτλου του υφηγητή (θέμα: Μελέτη ορισμένων παθολογικών αλλοιώσεων του μαζικού αδένα ως υπερπλασιογονων νοσημάτων ενός ορμονικώς κατευθυνόμενου ιστοσυστήματος συμπεριλαμβανομένων μορφολογικών και βιοχημικών παραμέτρων). Αν ο ακριβολόγος και σχολαστικός Μ. έγινε τελικά υφηγητής σε ηλικία 75 ετών, το οφείλει στις παροτρύνσεις του τελευταίου του διευθυντή καθ. Heinz David που ήταν και κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Humboldt. Μετά τη μεταπολίτευση ο Μαγκάκης ήλθε στην Ελλάδα έπειτα από απουσία 25ετών. Τον Φεβρουάριο του 1975 του χορηγήθηκε η ελληνική ιθαγένεια που είχε αφαιρεθεί το 1958. Τον Μάιο του 1988 αναγνωρίστηκε ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης 1941-44. Ο θάνατος τον βρήκε στο Μαρούσι στις 13.8.1990. Είχε ένα γιο και μια κόρη. Ο Ν. Μαγκάκης υπήρξε ένας προικισμένος άνθρωπος με σφαιρική γνώση της Ιατρικής. Η κατάρτιση του και το φιλέρευνο πνεύμα του προοιωνίζονταν μια λαμπρή σταδιοδρομία στον χώρο της ελληνικής και ευρωπαϊκής παθολογικής Ανατομίας. Βρέθηκε στη δίνη της ιστορίας και ακολούθησε τη μοίρα των ηττημένων.