Κώστας Σμυρνής - Τύπος και εργατικά «ατυχήματα»

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέσεις, τ.90, Γενάρης-Μάρτης 2005

_____________________

Ο βαρύς φόρος του αίματος τον οποίο οι εργαζόμενοι της χώρας μας, κυρίως στις οικοδομές και στη βιομηχανία, συνεισφέρουν επιπλέον της εργασίας τους για να φτιαχτεί το αργιάνι που καθημερινά κτίζει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, αλλά και την «ανάπτυξη» του ποσοστού κέρδους του κεφαλαίου, θυμίζει σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, το μύθο του κτισίματος του γιοφυριού της Άρτας. Το μύθο που αφηγείται τη διαδικασία μιας θεμελίωσης πάνω στο θυσιασμένο αίμα του λόγου κοινωνικής ύπαρξης του Πρωτομάστορα. Ίσως ο μύθος αυτό να θέλει να δηλώσει. Την κοινωνική και κάποτε-κάποτε βιολογική απώλεια των ανθρώπων που κτίζουν το μέλλον των κοινωνιών. Μόνο που εδώ σταματάνε οι αναλογίες. Το αναγκαίο αίμα για το κτίσιμο του γιοφυριού της Άρτας έγινε μύθος. Ένας μύθος που, αδόμενος, πέρασε από γενιά σε γενιά. Γιατί ο μύθος θέλει έναν. Τον ήρωά του. Σήμερα οι ετήσιες εκατόμβες ανθρώπινων ζωών στον Μολώχ της παραγωγής δεν μπορούν να γίνουν μύθος. Είναι πολλές. Και τα σύγχρονα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δεν θέλουν, μα και να ήθελαν ίσως από τη δομή τους να μην μπορούσαν να κατασκευάσουν τέτοιους σύγχρονους μύθους. Η παρούσα εργασία, χωρίς να παραγνωρίζει άλλους παράγοντες, αποτελεί μία προσπάθεια αναδίφησης στον τρόπο που ο Τύπος, ένα από τα σύγχρονα μέσα «Τραγουδοποιίας», παρουσιάζει τα εργατικά «ατυχήματα».

1. Εισαγωγή

Την 1η Σεπτεμβρίου 1992 «έγινε» το «ατύχημα» στην PEΤROLA με τελικό «απολογισμό» 13 νεκρούς και 15 τραυματίες. Το ατύχημα στην PETROLA, ο Τύπος και τα άλλα ΜΜΕ το κάλυψαν, και μάλιστα για αρ­κετό χρονικό διάστημα, ως μια από τις πρώτες ειδήσεις. Ενάμιση μήνα αργότερα (19/10/1992) ένα εξάρτημα της πλατφόρμας του ναυπηγείου του Νεωρίου σκότωσε έναν εργάτη. Την επόμενη μέρα η Απο­γευματινή, η Μεσημβρινή και ο Ελεύθερος Τύπος δεν είχαν καμία αναφορά στο «συμ­βάν». Η Ελευθεροτυπία και η Αυριανή είχαν μικρή αναφορά, γύρω στις δέκα σει­ρές (στην τελευταία σελίδα η πρώτη και στην τρίτη σελίδα η δεύτερη). Ενώ τα Νέα αφιερώνουν 2/3 της σελίδας και ο Ριζοσπάστης 1/3, κάνοντας και οι δύο συν­δυασμό της συγκεκριμένης είδησης με ανακοίνωση της ΓΣΕΕ, που είχε θέμα τα εργατικά «ατυχήματα» στη χώρα μας.

Ψάχνοντας δε στις οικονομικές σελίδες θα βρεθεί στην Ελευθεροτυπία (σε 40 σειρές) και στη Μεσημβρινή (σε 60 σειρές) η εί­δηση για τη διαδικασία πώλησης των ναυπηγείων του Νεωρίου. Ενώ ο τοπικός Τύπος της Σύρου (Κοινή Γνώμη, 21/10/1992, εβδομαδιαία, και η Σύρα, μηνιαία) είχε πρωτοσέλιδη την είδηση, πλαισιωμένη με αναφορές στη ζωή του θανόντος.

Εντύπωση όμως προκαλούν τα δελτία Τύπου (19/10/1992), τόσο του εργο­στασιακού σωματείου του Νεωρίου, όσο και του Εργατικού Κέντρου Κυκλά­δων, που δεν κάνουν καμία αναφορά στις γενικότερες συνθήκες εργασίας που επικρατούν στο χώρο δουλειάς και, φυσικά, καμία σύνδεση με την αυξημένη ευαισθησία που θα έπρεπε να υπάρχει γι’ αυτές, έστω κι επειδή η ΕΟΚ είχε α­νακηρύξει το 1992 ως Έτος για την Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας.

Τούτη η αντίθεση μεταξύ της «προβολής» με την οποία εμφανίστηκε το «ατύχημα» στην PETROLA και της «αποσιώπησης» που έτυχε από τον Τύπο το «ατύχημα» στο Νεώριο της Σύρου αποτέλεσε το ερέθισμα για να αρχίσει μια εκτενέστερη διερεύνηση του θέματος.

2. Πηγές και μεθοδολογική προσέγγιση

Scripta manent, verba Volant

Η εξεύρεση των στοιχείων για τις ανάγκες αυτής της διερεύνησης έγινε με προσφυγή στο Ίδρυμα Μπότση, το οποίο διατηρεί αρχείο Τύπου.

Αυτή η επιλογή παρουσιάζει τα εξής στοιχεία:

Θετικά: α) Συνέχεια. β) Χωροταξική τοποθέτηση της είδησης. (Βγαίνει φωτοαντίγραφο όλη η σελίδα). γ) Συνδυασμός «μικρής» και «μεγάλης» είδησης.

Αρνητικά: α) Η επιλογή της εισόδου της είδησης στον Η/Υ γίνεται από τους υπευ­θύνους του ιδρύματος.

Ο όγκος των φωτοαντίγραφων φτάνει για τα εργατικά «ατυχήματα» τις 870 σελίδες. Ενώ οι επαγγελματικές ασθένειες κα­λύπτουν 65 σελίδες.

Τα φωτοαντίγραφα προέρχονται από τις εξής εφημερίδες και περιοδικά:

α) Ημερήσιες και Κυριακάτικες: Αδέσμευτος Τύπος, Ακρόπολις, Απογευματινή, Αυγή, Αυριανή, το Βήμα, Βραδυνή, Βραδινοί Καιροί, Δημοκρατικός Λόγος, Δημοσιογράφος, Έθνος, Ελεύθερη Ώρα, Ελεύθερος Τύπος, Ελευθεροτυπία, Εξόρμηση, Επικαιρότητα, Εστία, Θεσσαλονίκη, Αλλαγή, Καθημερινή, Μακεδονία, Μεσημβρινή, τα Νέα, Νίκη, Πρώτη, Ριζοσπάστης.

β) Εβδομαδιαίες: Εποχή, Ποντίκι, Πριν.

γ) Οικονομικές: Εξπρές, Επενδυτής, Κέρδος, Ναυτεμπορική.

δ) Περιοδικά: Αντί, Ένα, Οικονομικός Ταχυδρόμος, Flash.

Απ’ τις εφημερίδες ο Ριζοσπάστης είναι η πρώτη εφημερίδα που καθιερώνει ειδικές στήλες για την παρακολούθηση της εργατικής κίνησης και δημοσιεύει καθημερινά εργατικές ειδήσεις (από το 1917, με εκδότη τον Πετσόπουλο και αρχισυντάκτη τον Γιαννιό).

Την παράδοση του Ριζοσπάστη ακολούθησε και η Αυγή από την ημέρα της έκδοσής της (1952).

Η άντληση των στοιχείων αφορά το χρονικό διάστημα 1987-1995. Η ταξινόμηση γίνεται για κάθε εξεταζόμενο έτος με βάση τον αριθμό αναφορών, τον αριθμό των φύλ­λων των εφημερίδων, τον αριθμό των σελίδων που αφιερώνονται για την κά­λυψη αυτών των αναφορών και με βάση τρεις κατηγορίες ειδήσεων: Πρωτο­γενείς, Έμμεσες και Διάφορες. Όσον αφορά την εργατική είδηση η οποία κα­λύπτει τις λεγόμενες επαγγελματικές ασθένειες, παρά τη φτωχή συγκομιδή της δεν μπορεί να αποσιω­πηθεί ο έντονα ενημερωτικός της χαρακτήρας.

Η έννοια «πρωτογενής είδηση» είναι φανερό ότι αναφέρεται σ’ αυτό καθαυτό το γεγονός: το εργατικό «ατύχημα». Η «έμμεση είδηση» αποτελεί εργατική είδηση πoυ έμμεσα έχει σχέση με το εργατικό «ατύχημα», είτε π.χ. πρόκειται για στατιστικούς πίνακες εργατικών «α­τυχημάτων» του ΙΚΑ, του υπουργείου Εργασίας ή της ΓΣΕΕ, είτε για ανακοίνω­ση μέτρων για την πρόληψή τους, είτε και για τα δύο. Στην κατηγορία «διάφο­ρες» είναι μια σειρά ειδήσεις που δεν εντάσσονται στις δύο πιο πάνω κατηγο­ρίες, κυρίως πρόκειται για ειδήσεις που αναφέρονται σε εργατικά «ατυχήμα­τα» που συνέβησαν στο εξωτερικό.

Η παραπάνω ταξινόμηση των ειδήσεων, υπακούει σε έναν τρόπο μέτρησης που έχει δύο σκέλη. Το πρώτο αναφέρεται σε μετρήσεις κατά χρόνο. Το δεύτερο στον βαθμό ενασχόλησης των εφημερίδων με την είδηση.

Αυτό το δεύτερο περιλαμβάνει: α) τον αριθμό των εφημερίδων που έχουν α­σχοληθεί, β) τον αριθμό των σελίδων που έχουν αφιερωθεί από όλες τις εφη­μερίδες συνολικά και γ) τον αριθμό των αναφορών με τις οποίες ασχολήθηκαν. Χρησιμοποιήθηκε η λέξη «αναφορά» πιστεύοντας ότι είναι πιο δόκιμη για να αποδώσει την ύπαρξη αυτού που ονομάζουμε «γεγονός», χωρίς να μας ανα­γκάζει εκ των προτέρων να παίρνουμε θέση για το είδος αυτού του «γεγονό­τος». Και φυσικά σκόπιμα υπήρξε αποφυγή στη χρήση της λέξης «δημοσίευ­μα», επειδή για το ίδιο «γεγονός» η ίδια εφημερίδα μπορεί να έχει πολλά δη­μοσιεύματα.

Το λατινικό ρητό ως μότο του κεφαλαίου και η παραπάνω παράθεση του τρό­που άντλησης των στοιχείων κάνουν φανερό ότι την παρούσα έρευνα θα την απασχολήσει μόνο η εργατική είδηση που εμφανίζεται ή θα έπρεπε να εμφα­νίζεται στον Τύπο χρησιμοποιώντας τις πιο κάτω μεθόδους. Άμεσα διακριτές, αλλά και με φανερούς ή «υπόγειους» τους ιστούς της διαπλοκής που μεταξύ τους υπάρχουν.

Με πρώτη μέθοδο προσέγγισης την ποσοτική ανάλυση περιεχομένου. Γνωρίζοντας ότι ακόμα και στον γραπτό λόγο, το γεγονός ότι αυτή η μέθοδος περιορίζεται στο έκδηλο περιεχόμενο της επικοινωνίας αποτελεί κατά τους κριτές της σοβα­ρή αδυναμία. Όμως η προσέγγιση αυτή δε στερείται ενδιαφέροντος, κυρίως όταν έχουμε να κάνουμε με επικοινωνία που κινείται στον χώρο των γεγονότων και όχι του ονείρου. Αλ­λά είναι ακριβώς αυτού του είδους η επικοινωνία που εμφανίζεται σχετικά σπάνια στα Μέ­σα Επικοινωνίας.

Όταν έχουμε να αναλύσουμε τραγούδια, νουβέλες, μυθιστορήματα, οτι­δήποτε κινείται σε κάποιο βαθμό στον χώρο του ονείρου, είναι προφανές ότι, αν αγνοήσου­με το λανθάνον περιεχόμενο, θα μας ξεφύγουν τα πιο σημαντικά κομμάτια της επικοινω­νίας (Σεραφεντινίδου 1987: 273).

Για την ανακάλυψη του «κρυμμένου μηνύματος» θα χρησιμοποιηθεί η ση­μειολογική προσέγγιση, πιστεύοντας ότι η σημειολογία μπορεί να βοηθήσει ορι­σμένες επιστήμες, να συμπορευτεί μ’ αυτές για ένα διάστημα, να τους προτείνει ένα πρω­τόκολλο λογικής εργασίας, που, με βάση αυτό, η κάθε επιστήμη θα πρέπει να προσδιορί­σει τη διαφορά του αντικειμένου της. Έτσι το μέρος της σημειολογίας που έχει καλύτερα αναπτυχθεί, δηλαδή η ανάλυση των αφηγήσεων, μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες στην Ι­στορία, την Εθνολογία, την κριτική των κειμένων, την ερμηνεία, την εικονολογία (η κάθε εικόνα είναι, κατά κάποιο τρόπο μια αφήγηση). (Μπάρτ 1979: 39).

3. Τα εργατικά «ατυχήματα» στον Τύπο

Είναι άραγε ορθή η επισήμανση, που επανειλημμένα εμφανίζεται σε εφημερίδες, ότι τα εργατικά ατυχήματα καταλαμβάνουν σπάνια το χώρο που τους αξίζει στα Μέσα Ενημέρωσης; Στο παρόν τμήμα της μελέτης θα γίνει προσπάθεια να δοθούν κάποιες απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα.

Στον Πίνακα που ακολουθεί υπάρχει ταξινόμηση των δημοσιευμάτων του Τύπου που αναφέρονται στα εργατικά «ατυχήματα» για τα χρό­νια 1987 ως και 1995.Από τα στοιχεία του Πίνακα προκύπτουν τα παρακάτω για κάθε χρονιά.

Το 1987 υπάρχουν είκοσι πέντε αναφορές για τα εργατικά «ατυχήματα», που τις κάλυψαν πενήντα μία εφημερίδες (φύλλα) με πενήντα εννέα σελίδες. Απ’ αυτές τις αναφορές δεκατρείς (52%) αφορούν πρωτογενή εργατική είδη­ση, δηλαδή εργατικά «ατυχήματα», και καλύφθηκαν με σαράντα τρεις (79%) σελίδες τριάντα εφτά εφημερίδων (72%). Οι υπόλοιπες αναφορές, πλην μιας, αφορούν έμμεση εργατική είδηση.

Το 1988 υπάρχουν δεκαοχτώ αναφορές σε εργατικά «ατυχήματα», που καλύφθηκαν από πενήντα πέντε εφημερίδες με εκατόν σαράντα εφτά σελίδες. Απ’ αυτές τις αναφορές έντεκα αφορούν πρωτογενή είδηση (61%), που καλύ­φθηκαν από σαράντα τρεις εφημερίδες (78%), οι οποίες διέθεσαν για την κά­λυψή τους εκατόν είκοσι οχτώ σελίδες (87%). Οι άλλες αναφορές αφορούν έμ­μεση εργατική είδηση.

Το 1989 υπάρχουν δεκαεννέα αναφορές για εργατικά «ατυχήματα», που καλύφθηκαν με πενήντα τέσσερις σελίδες από σαράντα τέσσερις εφημερίδες. Απ’ αυτές τις αναφορές δεκατρείς (68%) αφορούν πρωτογενή είδηση και κα­λύφθηκαν με σαράντα δύο σελίδες (77%) από τριάντα πέντε εφημερίδες (79%). Οι άλλες αναφορές, πλην μιας, είναι έμμεση εργατική είδηση.

Το 1990 υπάρχουν δεκαοχτώ αναφορές στα εργατικά «ατυχήματα», που καλύφθηκαν από πενήντα οχτώ εφημερίδες με ογδόντα τρεις σελίδες. Απ’ αυ­τές τις αναφορές δώδεκα (66%) αφορούν πρωτογενή εργατική είδηση και κα­λύφθηκαν από εξήντα έξι σελίδες (80%) πενήντα μίας εφημερίδων (88%). Οι άλ­λες αναφορές είναι μισές έμμεσες εργατικές ειδήσεις και οι άλλες μισές υπά­γονται στην κατηγορία «διάφορες».

Το 1991 υπάρχουν δεκαπέντε αναφορές στα εργατικά «ατυχήματα», που καλύφθηκαν από τριάντα τέσσερις εφημερίδες με σαράντα σελίδες. Απ’ αυτές τις αναφορές έντεκα (73%) αναφέρονται σε πρωτογενή είδηση και καλύφθη­καν από τριάντα εφημερίδες (88%) με τριάντα έξι σελίδες (90%). Οι άλλες α­ναφορές αφορούν έμμεσες εργατικές ειδήσεις.

Το 1992 υπάρχουν εξήντα τρεις αναφορές σε εργατικά «ατυχήματα», που καλύφθηκαν από εκατόν ογδόντα δύο εφημερίδες με διακόσιες σαράντα εφτά σελίδες. Απ’ αυτές τις αναφορές είκοσι εννέα (46%) αφορούν πρωτογενή είδηση και καλύφθηκαν από εκατόν δεκατέσσερις εφημερίδες (63%) με εκα­τόν εξήντα μία σελίδες (65%). Οι άλλες αναφορές, πλην μιας, αφορούν έμμε­σες εργατικές ειδήσεις.

Το 1993 υπάρχουν είκοσι εννέα αναφορές που αφορούν εργατικά «ατυ­χήματα» και καλύφθηκαν από εξήντα τρεις εφημερίδες με εβδομήντα έξι σε­λίδες. Απ’ αυτές τις αναφορές δεκατέσσερις (48%) αποτελούν πρωτογενή είδηση και καλύφθηκαν από τριάντα οχτώ εφημερίδες (60%) και τριάντα εννέα σελί­δες (51%). Οι άλλες αναφορές, πλην μιας, αφορούν έμμεσες εργατικές ειδή­σεις.

Το 1994 υπάρχουν είκοσι οχτώ αναφορές σε εργατικά «ατυχήματα», που καλύφθηκαν από πενήντα εφτά εφημερίδες με εξήντα έξι σελίδες. Απ’ αυτές τις αναφορές δεκαπέντε (53%) είναι πρωτογενείς εργατικές ειδήσεις και κα­λύφθηκαν με σαράντα τέσσερις σελίδες (66%) από σαράντα μία εφημερίδες (71%). Οι άλλες αναφορές είναι έμμεσες εργατικές ειδήσεις.

Το 1995 υπάρχουν είκοσι μία αναφορές σε εργατικά «ατυχήματα», που καλύφθηκαν από εξήντα εννέα εφημερίδες με ενενήντα οχτώ σελίδες. Απ’ αυ­τές τις αναφορές πέντε (24%) είναι πρωτογενείς εργατικές ειδήσεις και καλύ­φθηκαν με πενήντα πέντε σελίδες (56%) από τριάντα έξι εφημερίδες (52%). Οι άλλες αναφορές, πλην μιας, είναι έμμεσες εργατικές ειδήσεις.

 

 

ΣΥΝΟΛΟ

 

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ

 

ΕΜΜΕΣΗ

 

ΔΙΑΦΟΡΕΣ

 

ΕΤΗ

ΑΝΑΦ

ΕΦΜΡ

ΣΕΛ

ΑΝΦΡ

ΕΦΜΡ

ΣΕΛ

ΑΝΦΡ

ΕΦΜΡ

ΣΕΛ

ΑΝΦΡ

ΕΦΜΡ

ΣΕΛ

1987

25

51

59

13

37

43

11

13

15

1

1

1

1988

18

55

147

11

43

128

7

12

19

-

-

-

1989

19

44

54

13

35

42

5

7

10

1

2

2

1990

18

58

83

12

51

66

3

4

11

3

3

6

1991

15

34

40

11

30

36

4

4

4

-

-

-

1992

63

182

247

29

114

161

33

67

85

1

1

1

1993

29

63

76

14

38

39

14

24

36

1

1

1

1994

28

57

66

15

41

44

13

16

22

-

-

-

1995

21

69

98

5

36

55

15

30

40

1

3

3

ΣΥΝΟΛΑ

236

613

870

123

425

614

105

177

242

8

11

14

 

Πηγή: Ίδρυμα Μπότση

Συμπερασματικά, για όλο το υπό εξέταση διάστημα υπήρξαν διακόσιες τριάντα έξι αναφορές σε εργατικά «ατυχήματα», που καλύφθηκαν από εξα­κόσια δεκατρία φύλλα εφημερίδων με οχτακόσιες εβδομήντα σελίδες. Απ’ αυ­τές τις αναφορές εκατόν είκοσι τρεις (52%) ήταν πρωτογενείς εργατικές ειδή­σεις και καλύφθηκαν από τετρακόσια είκοσι πέντε φύλλα εφημερίδων (69%) με εξακόσιες δεκατέσσερις σελίδες (70%).

Από την παραπάνω ανάλυση των στοιχείων, τόσο για το σύνολο της υπό ε­ξέταση περιόδου, όσο και για κάθε χρόνο χωριστά, βγαίνει αβίαστα το συ­μπέρασμα ότι ο Τύπος αφιερώνει μεγαλύτερο χώρο στην πρωτογενή εργατι­κή είδηση που αναφέρεται στα εργατικά «ατυχήματα», δηλαδή στην κάλυψη των εργατικών «ατυχημάτων» που συνέβησαν, από τις άλλες ειδήσεις που α­ναφέρονται με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο στα εργατικά «ατυχήματα», χω­ρίς όμως το στοιχείο του συμβάντος.

Παρόλο όμως που το παραπάνω συμπέρασμα είναι ορθό, δε θεωρείται ι­κανοποιητικό για την ερμηνεία της εργατικής είδησης που έχει σημείο ανα­φοράς της τα εργατικά «ατυχήματα». Είναι το συμπέρασμα αυτό κάτι σαν το κατά κεφα­λήν εισόδημα των ανθρώπων μιας χώρας. Γι’ αυτό θα γίνει προσφυγή στη συγκριτική ανάλυ­ση δύο ακόμα στοιχείων: α) Τη σύγκριση του αριθμού των εργατικών «ατυχη­μάτων» που καλύφθηκαν από τον Τύπο, με τα εργατικά «ατυχήματα» που συ­νέβησαν και β) την εσωτερική ανά έτος ανάλυση της εργατικής είδησης που αναφέρεται στα εργατικά «ατυχήματα» για κάποια έτη.

Η ανάλυση της πρώτης περίπτωσης μπορεί να γίνει με τη σύγκριση του Πίνακα 1 και του Πίνακα 2 με τα θανατηφόρα ατυχήματα. Από τη σύγκριση αυτή προκύπτουν τα εξής:

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

 

ΔΗΛΩΘΕΝΤΑ ΣΤΟ ΙΚΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΕΤΟΣ

ΙΚΑ

Υπουργείο Εργασίας

1987

102

82

1988

79

90

1989

97

71

1990

84

86

1991

-

79

 

Πηγή: Ριζοσπάστης 19/9/1992

Και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι όλες οι αναφορές που υπάρχουν στον Πί­νακα 1 αφορούν πρωτογενείς εργατικές ειδήσεις, δηλαδή εργατικά «ατυχήμα­τα» που συνέβησαν, ακόμα και τότε οι αναφορές υπολείπονται κατά πολύ και του κατώτερου αριθμού ατυχημάτων που δηλώθηκαν είτε στο ΙΚΑ είτε στο υπουργείο Εργασίας. Και φυσικά αυτή η τεράστια διαφορά μεταξύ θανατηφόρων εργατικών «ατυ­χημάτων» που συνέβησαν και της δημοσιογραφικής κάλυψής τους δεν μπορεί να αποδοθεί, ευτυχώς, σε πολύνεκρα εργατικά «ατυχήματα». Έτσι πρέπει κατ’ ανάγκη να αποδώσουμε αυτή τη διαφορά στη μη κάλυψή τους από τον Τύπο. Είτε γιατί υπήρξε επιλεκτική λειτουργία του για διάφορους λόγους (π.χ. εμβέλεια της είδησης ή εμπλεκόμενοι στην είδηση) είτε για τεχνικούς λόγους (π.χ. έφτασε αργά η είδηση ή δεν υπήρχε ανταποκριτής για να την μεταδώσει).

Εκτός από τα θανατηφόρα εργατικά «ατυχήματα», υπάρχουν και άλλα εργατικά «ατυχήματα», οι τραυματισμοί2. Φυσικά δεν υπάρχει γι’ αυτά κα­μία δημοσιογραφική κάλυψη, ίσως, επειδή η συνεχόμενη επανάληψή τους δεν αποτελεί «είδηση» ή καλύτερα «νέο». Εκτός φυσικά από κάποιες φορές που α­ναφέρονται ως αριθμοί σε στατιστικούς πίνακες και τις περιπτώσεις που υπάρχει εργατικό «ατύχημα» με πολλούς τραυματίες, όπως π.χ. με την έκρηξη στο εργοστάσιο ΤΙΤΑΝ με τέσσερις τραυματίες (εφημερίδες 17/10/1989) ή την έκρηξη στου Σκαλιστήρη με έξι τραυματίες (22/10/1989). Και τις δύο αυτές περιπτώσεις οι εφημερίδες τις κάλυψαν με τετράστηλους ή πεντάστηλους τίτλους, ανάλογο περιεχόμενο και τις απαραίτητες φωτογραφίες.

Η δεύτερη περίπτωση της κατ’ έτος ανάλυσης των εργατικών ειδήσεων που αναφέρονται στα εργατικά «ατυχήματα» αφορά τα έτη 1988 και 1992 όπου υ­πήρχαν δύο μεγάλα εργατικά ατυχήματα, ενώ σε αυτά τα έτη είχαμε διαφορετικές κυ­βερνήσεις. Όπως φαίνεται από τον Πίνακα 1, οι εφημερίδες αφιέρωσαν για την κάλυψη των εργατικών «ατυχημάτων» 147 σελίδες το 1988. Απ’ αυτές τις σελί­δες 123 αναφέρονται στο ίδιο θέμα. Την έκρηξη που έγινε στο δεξαμενόπλοιο «Αναγκέλ Γκρέιτνες» στις 6/9/1988 στο Πέραμα με τέσσερις νεκρούς και 15 τραυματίες. Από τις υπόλοιπες, δώδεκα αναφέρονται σε θέσεις της κυβέρνησης (ΠΑΣΟΚ) ή των κομμάτων για τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας στην εργα­σία. Εφτά σελίδες αναφέρονται σε στατιστικά στοιχεία ή δικαστικές αποφάσεις σε σχέση με εργατικά ατυχήματα και πέντε σε θανάτους εργατών, εκ των ο­ποίων τέσσερις στο θάνατο δύο εργατών του ΟΣΕ στη Γευγελή (8/2/1988).

Το 1992 οι εφημερίδες αφιέρωσαν 277 σελίδες στην κάλυψη των εργατι­κών «ατυχημάτων». Απ’ αυτές οι 108 σελίδες αναφέρονται στο ατύχημα στην ΠΕΤΡΟΛΑ (1/9/1992) που είχε προκαλέσει 15 τραυματίες και 13 νεκρούς.

Απ’ τις υπόλοιπες σελίδες, 86 αναφέρονται σε δικαστικές αποφάσεις σε σχέση με εργατικά «ατυχήματα» ή σε στατιστικά στοιχεία ή σε θέσεις πολιτικών κομ­μάτων ή σε ειδήσεις από το εξωτερικό για εργατικά «ατυχήματα» (π.χ. Τουρ­κία, έκρηξη στις στοές του Κοζλού με 100 νεκρούς 5/3/1992).

Οι υπόλοιπες πενήντα τρεις (53) σελίδες αναφέρονται σε άλλα εργατικά «ατυχήματα», εκ των οποίων δεκατέσσερις σελίδες χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη τριών εργατικών «ατυχημάτων» μόνο με τραυματίες. Είκοσι μία σελίδες3 για την κάλυψη έντεκα «ατυχημάτων» με ένα νεκρό και ενός «ατυ­χήματος» με δύο νεκρούς. Δέκα σελίδες χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη του «ατυχήματος» στο πλοίο «Λέιντι Σκάι» (14/5/1992, ένας νεκρός) και 8 για την έκρηξη στο πλοίο «Κεμ Σταρ» (19/9/1992, δύο νεκροί). Η παραπάνω αναφορά θα ήταν ελλιπής αν δεν είχαν προστεθεί δύο ακόμα στοιχεία. Το πρώτο αφορά την προβολή που γίνεται απ’ όλες τις εφημερίδες και ιδιαίτε­ρα το Ριζοσπάστη στα εργατικά «ατυχήματα» που συνέβησαν στη ναυπηγοε­πισκευαστική βάση του Περάματος. Το δεύτερο αφορά τη μη προβολή της εργατικής είδησης που αναφέρεται σε έναν ή δύο νεκρούς εκτός ναυπηγοε­πισκευαστικής ζώνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο στο «ατύχημα» στο «Λέι­ντι Σκάι», όσο και σ’ αυτό στο «Κεμ Σταρ», οι αφιερώσεις των εφημερίδων ή­ταν από ολοσέλιδες, μέχρι στη χειρότερη περίπτωση δίστηλος τίτλος με αρ­κετό χώρο. Ενώ πολλές περιπτώσεις με έναν ή δύο νεκρούς οι εφημερίδες, και του Ριζοσπάστη περιλαμβανομένου, τις καλύπτουν με μικρά μονόστηλα ή δίστηλα.

Τέλος, ο χώρος που αφιερώνεται για την κάλυψη της έμμεσης εργατικής είδησης, είτε πρόκειται για δικαστική απόφαση είτε για στατιστικά στοιχεία για τα εργατικά «ατυχήματα», είναι πολύ περισσότερος από αυτόν που αφιε­ρώνεται στην εργατική είδηση με έναν ή δύο νεκρούς σε εργατικό «ατύχη­μα»

4. Η φωτογραφία στα εργατικά ατυχήματα

«…στις φωτογραφίες του ρεπορτάζ υπάρχει σοκ - το γράμμα μπορεί να τραυματίσει, αλλά όχι να ταράξει. Η φωτογραφία μπορεί να “φωνάζει” όχι να πληγώνει. Αυτές οι φωτογραφίες του ρεπορτάζ γίνονται δεκτές (μονομιάς), καιτίποτε παραπάνω» (Μπάρτ 1983: 61)

Σήμερα στη φωτογραφία ο Τύπος και οι εφημερίδες ειδικότερα αφιερώνουν ικανοποιητικό χώρο από τις σελίδες τους, για όλων των ειδών τις ειδήσεις και φυσικά για τα εργατικά «ατυχήματα».

Η παρούσα μελέτη θα αναφερθεί ενδεικτικά σε δύο περιπτώσεις που αφορούν τη χρήση της φωτογραφίας στα εργατικά «ατυχήματα» τις χρονιές 1988 και 1992. Επελέ­γησαν αυτές οι χρονιές επειδή και στις δύο υπάρχουν δύο μεγάλα πολύνεκρα «ατυχήματα», και τα δύο στις αρχές Σεπτεμβρίου. Επιπλέον έχουμε και την ύ­παρξη διαφορετικών κυβερνήσεων. Το 1988 κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και το1992 κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Όπως φαίνεται και από τον Πίνακα 1, που δίνει τα στοιχεία για τα δημοσι­εύματα του Τύπου που αφορούν τα εργατικά «ατυχήματα» για την περίοδο1987-1995, το 1988 όλες οι εφημερίδες αφιέρωσαν 147 σελίδες σε κάθε είδους εργατικά ατυχήματα. Απ’ αυτές τις σελίδες οι 142 αφορούν το εννιάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου του 1988. Οι δε 123 σελίδες αναφέρονται στο ίδιο θέ­μα. Την έκρηξη στο δεξαμενόπλοιο «Αναγκέλ Γκρέιτνες» στις 6/9/1988, στο Πέ­ραμα, με τέσσερις νεκρούς και 15 τραυματίες. Το ίδιο εννιάμηνο οι εφημερί­δες είχαν χρησιμοποιήσει 241 φωτογραφίες εκ των οποίων 232 αναφέρονται στην έκρηξη του δεξαμενόπλοιου. Από αυτές οι 144 έχουν δημοσιευθεί την ί­δια μέρα, στις 7/9/1988. Η μόνη εφημερίδα που δεν είχε φωτογραφίες αυτή τη μέρα ήταν η Εστία. Η πλειονότητα των φωτογραφιών που χρησιμοποιήθηκαν ήταν ίδιες, προφανώς προήλθαν από το ίδιο πρακτορείο.

Στη δεύτερη περίπτωση, του 1992, οι εφημερίδες αφιέρωσαν 247 σελίδες στα εργατικά «ατυχήματα». Απ’ αυτές 187 σελίδες αφορούσαν το εννιάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου και απ’ αυτές οι 88 σελίδες αναφέρονταν στο «ατύ­χημα» στην ΠΕΤΡΟΛΑ, που προκάλεσε 15 τραυματίες και 13 νεκρούς. Στις 2/9/1992, την επόμενη μέρα του δυστυχήματος, οι εφημερίδες είχαν αφιερώ­σει 42 σελίδες. Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν την ίδια μέρα ήταν 72 και την επόμενη ήταν 34. Χρησιμοποιήθηκαν ακόμα 12 φωτογραφίες για το συμβάν μέχρι τις 14/9/1992. Δηλαδή οι εφημερίδες κάλυψαν την έκρηξη στην ΠΕΤΡΟΛΑ με 88 σελίδες και 128 φωτογραφίες. Ενώ με 61 φωτογραφίες κά­λυψαν τα δημοσιεύματα για τα εργατικά ατυχήματα που είχαν στις υπόλοιπες 99 σελίδες για το εννιάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου. Απ’ αυτές τις 61 φωτογραφίες, οι 19 αφορούσαν την έκρηξη στο πλοίο «Λέιντι Σκάι» (14/5/1992) και οι 11 την έκρηξη στο πλοίο «Κεμ Σταρ» (19/9/1992).

Ένα ακόμα στοιχείο που προκύπτει για τη χρήση της φωτογραφίας στα σοβαρά εργατικά «ατυχήματα» είναι ότι δεν ισχύει η συμπολιτευτική ή αντιπολιτευτική γραμμή της εφημερίδας, αλλά η πολιτική της τρομολαγνείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 2/9/1992 στις ειδήσεις για την έκρηξη στην ΠΕΤΡΟΛΑ είχαν αφιερώ­σει, π.χ.: Η Απογευματινή 4 σελίδες και 5 φωτογραφίες, ο Ελεύθερος Τύπος 6 σε­λίδες και 13 φωτογραφίες, το Έθνος 7 σελίδες και 12 φωτογραφίες, τα Νέα 3 σελίδες και 6 φωτογραφίες, η Μεσημβρινή 4 σελίδες και 10 φωτογραφίες, η Ε­λευθεροτυπία 5 σελίδες και 7 φωτογραφίες.

Φυσικά στις ειδήσεις για τα εργατικά «ατυχήματα» που καλύπτονταν με τμήματα από μονόστηλα δεν υπάρχουν φωτογραφίες, άσχετα με τον αριθμό των νεκρών ή τραυματιών, π.χ. οι Θεσσαλονίκη και Αυριανή 1/6/1992 δίνουν την εί­δηση για δύο εργάτες νεκρούς στο Κιλκίς με τμήμα μονόστηλου ή δίστηλου.

Το είδος των φωτογραφιών που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι είτε πορτρέτα θυμάτων, συγγενών τους και συναδέλφων τους είτε φωτογραφίες του χώρου που έγινε το «ατύχημα», αντικειμένων και πολλές φορές νοσοκομεια­κών χώρων. Καλύπτουν κυρίως αυτές τις εργατικές ειδήσεις που στο οικείο κε­φάλαιο για τα εργατικά «ατυχήματα» αναφέρονται ως πρωτογενείς εργατικές ειδήσεις. Στις έμμεσες συνήθως υπάρχουν πίνακες με στατιστικά στοιχεία με τον αριθμό ή το είδος των εργατικών ατυχημάτων. Στις διάφορες, όταν αφορούν σοβαρά εργατικά «ατυχήματα» ακόμα και της αλλοδαπής, υπάρχει η σχετική φωτογραφία, π.χ. Ελευθεροτυπία 5/3/1992 με την είδηση για τους 100 νεκρούς στις στοές του Κόζλου στην Τουρκία.

5. Η σημειολογία του θανάτου

Εκεί όμως που γίνεται φανερή η θλιβερή πραγματικότητα της εργατικής εί­δησης είναι στις μικρές καθημερινές εργατικές ειδήσεις, οι οποίες είτε απο­σιωπούνται είτε αναφέρονται επιγραμματικά, όπως έχει φανεί και στο κεφάλαιο που ασχολείται με τις ειδήσεις που αφορούν τα εργατικά ατυχήματα, χωρίς τίτ­λους, υπέρτιτλους, υπότιτλους, προλόγους και φωτογραφίες. Σε αντίθεση π.χ. με τις αθλητικές ειδήσεις, για τις οποίες οι εφημερίδες αφιερώνουν τέσσερις, πέντε, έξι και παραπάνω σελίδες καθημερινά. Όπου και εδώ σπάνια υπάρχει κάτι που να αφορά π.χ. τον εργοστασιακό αθλητισμό. Το ίδιο συμβαίνει άλ­λωστε και με τις πολιτιστικές σελίδες, όπου σπάνια φιλοξενούνται πολιτιστι­κά δρώμενα των εργαζομένων.

Σ’ αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα έρχεται να προστεθεί και η σημειολογία του θανάτου, για τις ειδήσεις που αφορούν τα εργατικά «ατυχήματα». Όπου τα ΜΜΕ καλύπτουν τα συμβάντα, ακόμα και οι λέξεις που χρησιμοποιούν τους παρέχουν «κάλυψη» με ένταση και θλιβερή επάρκεια. Ο χρόνος και η φωνή των ρημάτων τη σηματοδοτούν. Επειδή φυσικά ούτε οι εργάτες «δηλητηριά­στηκαν» ούτε ο μοχλός «τραβήχτηκε» ούτε ο εργάτης «έχασε» τη ζωή του. Κά­ποιος με πράξεις ή παραλείψεις έκανε ή δεν έκανε κάτι που είχε αντίκτυπο πά­νω σε κάποιους άλλους. Ούτε «αμέλεια» είναι ούτε «λάθος».

Ενδεικτικά πιο κάτω δίνονται κάποια παραδείγματα αυτής της χρήσης που αλιεύθηκαν από τις υπό εξέτασιν εφημερίδες.

Το πρώτο αναφέρεται στο θάνατο του εργάτη Αθανάσιου Γεωργακόπουλου στα διυλιστήρια Ασπρόπυργου (2/4/1987). Την άλλη μέρα η είδηση εμφανίστηκε με τους εξής τίτλους και εκτάσεις: «Σκοτώθηκε την ημέρα που βρήκε δουλειά», (Βραδυνή, σελ. 5η, μονόστηλο, 10 σειρές), «Το πρώτο μεροκάματο ήταν και το τελευταίο», (Πρώτη, σελ. 2η, τρίστηλο, 120 σειρές και φωτογραφία του διυλιστηρίου), «Βουτιά από 18 μέτρα», (Ελεύθερος Τύπος, 16η σελίδα, τετράστηλο, 70 σειρές και δυο φωτογραφίες, η μια του θανόντος την ημέρα του γάμου του και η άλλη ενός συναδέλφου του), «Βουτιά θανάτου», (Ριζοσπάστης, 7η σελίδα, τετράστηλο, 75 σειρές και τη φωτογραφία του θανόντος και μια φωτογραφία της δεξαμενής στην οποία δούλευε όταν έγινε το «ατύχημα»), «Τραγικός θάνατος σε δεξαμενή», (Έθνος, 12η σελίδα, τρίστηλο, σειρές 40 και φωτογραφία του θανόντος). Διαβάζοντας δε τα κείμενα στη Βραδυνή δεν υπάρχει τίποτα για τα αίτια, στο Έθνος και στον Ριζοσπάστη (ανυπόγραφο) ως αίτια αναφέρονται η έλλειψη «ζώνης ατομικής προστασίας» και η «η διεύθυνση των διυλιστηρίων που εντατικοποιεί την εργασία» αλλά τίποτα για τον εργολάβο. Ο οποίος όμως αναφέρεται στο ρεπορτάζ της Πρώτης και του Ελεύθερου Τύπου και στον οποίο αποδίδουν σοβαρές ευθύνες, «μετά το ατύχημα, καταζητούμενος από την αστυνομία, εξαφανίστηκε». Τα παραπάνω ρεπορτάζ έχουν καλύψει το συμβάν, άλλο ξερά και άλλο διανθισμένο με μαρτυρίες συναδέλφων του θανόντος ή με αναφορές στη ζωή του. Εκτός της Βραδυνής τα άλλα αναζητούν ευθύνες. Μόνο που δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ίσως γιατί το καθένα τους έκανε τη δική του «βουτιά στα δικά του ψαρονέρια, διαυγή ή θολά, αλίευσης ειδήσεων». Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει είναι ότι ενώ το «ατύχημα» έγινε την πρώτη μέρα δουλειάς του εργάτη (πράγμα που αποτελεί και τον τίτλο του ρεπορτάζ της Βραδυνής και της Πρώτης ) δεν υπάρχει καμία αναφορά στο πώς πιάνουν αυτοί οι εργάτες δουλειά. Δηλαδή αν έχουν τις προβλεπόμενες ιατρικές εξετάσεις, την προβλεπόμενη ενημέρωση, την προβλεπόμενη παροχή ατομικών μέσων προστασίας κ.λπ. Όπως και ποιος, πότε και πού ελέγχει την εφαρμογή αυτών των μέτρων. Εκτός φυσικά από τον εργολάβο, τη σχέση του οποίου (συγκεκριμένα και ως σύνολο) με τις εταιρείες κανείς δε φαίνεται, πραγματικά, να θέλει ή να μπορεί να διαταράξει.

Το δεύτερο παράδειγμα αναφέρεται στον θάνατο του εργαζόμενου οξυγονοσυγκολλητή Ιγνάτιου Βιτάλη και τον τραυματισμό του βοηθού του πάνω στο Κυπριακό πλοίο «Λαίδη Σκάι» στις 13 Μαΐου 1992. Την άλλη μέρα οι εφημερίδες έδωσαν την είδηση.

Όμως καμιά φλόγα δεν τον «έσπρωξε» στο θάνατο. Ούτε ο 36χρονος ελα­σματουργός «που μέρες τώρα έκοβε τις λαμαρίνες του κυπριακού πλοίου “Λέιντι Σκάι”» υποχρεώθηκε στο μοιραίο παραπάτημα, που του προκάλεσε το ξαφνικό φού­ντωμα της συσκευής που χειριζόταν (Ελευθεροτυπία). Ούτε «κατέβηκε στο θάνατο» (τα Νέα). Ούτε «το οξυγόνο τον έστειλε στον θάνατο» (Νίκη). Ούτε «35χρονος έχασε την ζωή του στον αγώνα για το μεροκάματο» (Ελεύ­θερος). Ούτε η «έκρηξη σκότωσε 35χρονο εργάτη» (Έθνος). Ού­τε υπάρχει «οξυγόνο... θανάτου» (Ελεύθερος Τύπος). Ούτε «ένας εργατοτε­χνίτης, στέλεχος του ΚΚΕ, πατέρας επτάχρονου κοριτσιού έχασε χθες τη ζωή του στο Πέ­ραμα» (Ριζοσπάστης). Ούτε «εργάτης κάηκε από ηλεκτροσυγκόλληση» (Αυ­ριανή ). Ούτε «σκοτώθηκε εργάτης στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη» (Απο­γευματινή).

Απλώς, στον βωμό της εντατικοποίησης της παραγωγής η ζωή του συγκε­κριμένου εργάτη αποτιμήθηκε όσο ένα προστατευτικό κιγκλίδωμα. Την ύ­παρξη του οποίου προβλέπει, εκτός των άλλων, και το προεδρικό διάταγμα 190/1985 (άρθρο 3, παράγραφος 3δ, ΦΕΚ 64/15/5/1985), που προσδιορίζει τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας σε ναυπηγικές εργασίες. Και φυσικά α­γνοούμε την άποψη (και την ευθύνη) για το συγκεκριμένο συμβάν της εννεα­μελούς μεικτής επιτροπής στη ναυπηγoεπισκευαστική ζώνη Πειραιά-Δραπε­τσώνας-Κερατσινίου-Περάματος-Σαλαμίνας, η σύσταση της οποίας κρίθηκε αναγκαία (υπουργική απόφαση 131602/1988, ΦΕΚ 765/20110/1988) για την πρόληψη τέτοιων ατυχημάτων. Σ’ αυτό το σημείο ανακύπτουν αβίαστα μια σειρά από ερωτήματα. Πρόκειται για την κλασική αντίφαση ανάμεσα στο μεμονωμένο κεφάλαιο που επιδιώκει με κάθε μέσο τη μεγιστοποίηση του κέρδους του και στο συνολικό - κοινωνικό κεφάλαιο που διαχειριζόμενο ηγεμονικά (μέσω του κράτους) τις κοινωνικές συγκρούσεις επιδιώκει να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος ως συνόλου; Υπήρξε ποτέ συστηματική υλοποίηση εκ μέρους του ελληνικού κράτους πολιτικών και ελέγχων για την υγιεινή και ασφάλεια στην Εργασία;

Τα παραπάνω ερωτήματα παραπέμπουν σε ζητήματα που έλυσαν ή προσπάθησαν να λύσουν προοδευτικοί ή αυτοχαρακτηριζόμενοι προοδευτικοί κεφαλαιούχοι (π.χ. Φόρντ) ή επιστήμονες (π.χ. ο δημιουργός της σχολής Ανθρωπίνων Σχέσεων στην Εργασία, Mayo) και των οποίων οι απόψεις έγιναν αποδεκτές ή δέχτηκαν αυστηρή κριτική (όπως από τον Γκράμσι στο Αμερικανισμός και Φορντισμός, τον Κοριά στο Ο εργάτης και το χρονόμετρο, τον Friedmann, στο Για πού τραβά η ανθρώπινη εργασία, τον Τζέρβις στο Εργάτης και Νεύρωση, κ.λπ.), και τα οποία είναι αμφίβολο σε ποιο βαθμό απασχόλησαν το ελληνικό κεφάλαιο και κράτος.

Η κάκιστη κατάσταση από άποψη συνθηκών εργασίας που επικρατούσε στην ελληνική βιομηχανία δίνεται ανάγλυφα από την έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας προς την ελληνική κυβέρνηση ( PIACT: 1978).

Η σημειολογία της μετεξέλιξης του ονόματος του ΣΕΒ από «Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων» σε «Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών» (1979) δείχνει τις τάσεις που αχνοφαίνονται να δημιουργούνται στους Έλληνες βιομηχάνους. Χρειάστηκε όμως να περάσουν πάνω από δέκα χρόνια για να συμμετάσχουν στην πρώτη συγκροτημένη τους ενέργεια, σχετικά με τις συνθήκες εργασίας, που σηματοδοτούσε τη θέληση και την ιδεολογική αποδοχή της λειτουργίας του συνολικού - κοινωνικού κεφαλαίου, τη δημιουργία του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας -ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε (1992). Άλλωστε η απάντηση του προέδρου του ΣΕΒ κ. Αργυρού σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ήταν αποκαλυπτική: «Έχεις δίκιο. Δεν έχουμε κάνει τίποτα για τις Νομαρχιακές επιτροπές Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας» (Οικονομικό Πανεπιστήμιο, εκδήλωση με θέμα εργασιακές σχέσεις, 31/10/1991).

Η δεκαετία του 1980 ήταν για την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της μια κοσμογονία θεσμικών αλλαγών που διεύρυναν τη δημοκρατία. Τέτοιες αλλαγές έγιναν και στο θεσμικό πλαίσιο που προσδιόριζε την ύπαρξη και λειτουργία τόσο του εργατικού κινήματος όσο και του μεμονωμένου εργαζομένου (π.χ. Νόμος 1264/82 για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και 1568/85 για τις συνθήκες εργασίας). Τέτοιο φαινόμενο η ελληνική εργατική τάξη είχε να δει από εποχής Βενιζέλου (1910-1914). Ορισμένους απ’ αυτούς τους νόμους η κοινωνία ήταν ανέτοιμη να τους δεχτεί και φυσικά να τους εφαρμόσει. Ίσως γιατί μέχρι τότε δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο συγκροτημένης διεκδίκησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο νόμος 1568/85. Τόσο για την αποδοχή του από τους εργαζόμενους όσο και για την ικανότητα της κοινωνίας να στελεχώσει θεσμούς που αυτός προέβλεπε, όπως αυτόν του γιατρού εργασίας. Στην προαναφερθείσα έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας αναφέρεται ότι στην Ελλάδα υπήρχαν μόνο έντεκα γιατροί εργασίας! Στο μεσοδιάστημα αυτής της έκθεσης και της ψήφισης του νόμου δεν υπήρξε καμιά παραγωγή σχετικής ειδικότητας από την τριτοβάθμια εκπαίδευση ή άλλο φορέα. Τη χρονιά που ακολούθησε την ψήφιση του νόμου δόθηκαν ειδικότητες γιατρού εργασίας μετά από παρακολούθηση βραχύβιων σεμιναρίων!

Το ελληνικό κράτος, εκτός από την περίοδο του Βενιζέλου, και μέχρι τη δεκαετία του 1980, σε ποιο βαθμό άραγε λειτούργησε ως εκφραστής του συνολικού - κοινωνικού κεφαλαίου όσον αφορά συγκεκριμένα τις συνθήκες εργασίας;

Ποια ήταν η λειτουργία του κατά την υπό εξέταση περίοδο (1985-1995); Τρία χρόνια μετά την ψήφιση του 1568/85 κι ενώ συνεχιζόταν η παραγωγή νόμων, νομοσχεδίων και προεδρικών διαταγμάτων για τις συνθήκες εργασίας, ο Γιώργος Γεννηματάς, τότε υπουργός εργασίας, δήλωνε: «Δεν έγιναν αυτά που έπρεπε να γίνουν», (Ελευθεροτυπία 14/10/1987). Ανατρέχοντας δε στο κείμενο της δήλωσής του, ανιχνεύονται στοιχεία για ολιγωρία του κράτους και μια σειρά από αναγκαίες ενέργειες που κατά τη γνώμη του υπουργού θα έπρεπε να έχουν γίνει, όπως, η ψήφιση τροπολογίας στη Βουλή για την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων, η χρήση ΜΜΕ για την ενημέρωση των εργαζομένων (φυλλάδια, ειδικές ζώνες στους ραδιοσταθμούς, σποτ στην τηλεόραση κ.λπ.), η απόφαση για την Ίδρυση του Ινστιτούτου Ασφάλειας και Υγιεινής της Εργασίας, η σύνταξη προδιαγραφών ασφάλειας των μηχανημάτων κ.ά.

Το ελληνικό εργατικό κίνημα κατόρθωσε, τελικά, ως συνιστώσα της κοινωνίας με τους αγώνες του «να υποχρεώσει το κεφάλαιο να υπολογίζει την υγεία και τη διάρκεια ζωής του εργάτη»; (Μαρξ Κ., 1996 Τόμος 1ος: 282-283). Σε ποιο βαθμό αξιοποιεί το εργατικό κίνημα το νεοδημιουργηθέν θεσμικό πλαίσιο που αφορά στις συνθήκες εργασίας;

Δυστυχώς αυτά τα ζητήματα δεν απασχόλησαν αρκετά το ελληνικό εργατικό κίνημα ως διαμεσολαβητή στην «επιβολή του συμφέροντος του συνολικού κεφαλαίου». Όπως είχε επισημάνει ο Μαρξ (όπ. π.), το «κεφάλαιο παρέμεινε ανελέητο απέναντι στην υγεία και στη διάρκεια ζωής του εργάτη» σε όλες τις περιπτώσεις που το εργατικό κίνημα ως κοινωνική συνιστώσα δεν «το υποχρεώνει να τις υπολογίζει».

Ο νόμος 1568/85 που αποτελεί τον πρώτο σχεδόν ολοκληρωμένο νόμο που αφορά στις συνθήκες εργασίας δεν εκτιμήθηκε από τους εργαζόμενους. Ίσως γιατί αποκτήθηκε χωρίς κόστος. Δυναμικά άρθρα του παρέμειναν στην ουσία ανενεργά, όπως το άρθρο 16 για τις νομαρχιακές επιτροπές Υγιεινής και Ασφάλειας στην εργασία. Αυτά τα φαινόμενα είχαν επισημανθεί και στο παρελθόν. (Π.χ. Σμυρνής Κ., Δελτίο του ΙΝΕ ΓΣΕΕ 1991 και εφημερίδα Θεσσαλονίκη, 15/5/1989). Δέκα χρόνια αργότερα η κατάσταση όσον αφορά την εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου παραμένει αποκαρδιωτική για το σύνολο της χώρας (Μπαρμπαγιάννη - Τσαπόγα, 2001).

Η δε συνολική αποδοχή του νόμου 1568/85 από τους εργαζομένους, οκτώ χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου, παραμένει επίσης αποκαρδιωτική. Παρά τις όποιες προσπάθειες έκανε η ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά και τις ευθύνες που τις αναλογούν για το είδος των μηνυμάτων που σχετίζονται με τον νόμο αλλά και τον τρόπο αποστολής αυτών των μηνυμάτων στους εργαζομένους (Σμυρνής 2002).

Τέλος ποιος υπήρξε ο ρόλος της τότε ΕΟΚ και σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαμόρφωση αντίληψης του ελληνικού κράτους και κεφαλαίου για τις συνθήκες δουλειάς; Στα παραπάνω αλλά και σ’ άλλα ερωτήματα που μπορεί να ανακύψουν απ’ αυτήν τη μικρή σημειολογική προσέγγιση των ειδήσεων που αναφέρονται στα εργατικά «ατυχήματα» είναι φανερό ότι δεν μπορεί να δοθεί απάντηση σ’ αυτό το άρθρο.

Ίσως όμως όλα τα παραπάνω να είναι Δονκιχωτικές αναζητήσεις ενάντια σε φανταστικούς ανεμόμυλους. Και η απάντηση να δίνεται έστω και μερικώς από τους πιο κάτω τίτλους ρεπορτάζ των Νέων (19/9/1987): «Ατυχήματα: Την έλλειψη μέτρων τη λένε…ατυχία» και της Καθημερινής (27/9/1992): «Πόσο τυχαία είναι τα εργατικά ατυχήματα;» Πιστεύοντας ότι γι’ αυτά είναι «Υπεύθυνη η ατελής νομοθεσία» – όσο εξίσου και η παντελής άγνοιά της: «Τα ελλιπή μέτρα προστασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι που…αδιαφορούν», (τίτλος και υπότιτλοι).

 

6. Τύπος και επαγγελματικές ασθένειες

Η εργατική είδηση που αναφέρεται στις επαγγελματικές ασθένειες για την πε­ρίοδο 1987-1995 είναι φτωχή σε αριθμό αναφορών και σελίδων, αλλά ικανο­ποιητική ως ενημερωτική λειτουργία. Με αυτού του είδους την εργατική είδηση ασχολήθηκαν την εξεταζόμενη περίοδο πενήντα φύλλα εφημερίδων, τα οποία έχουν αφιερώσει 65 σελίδες, για να καλύψουν είκοσι μία αναφορές στις ε­παγγελματικές ασθένειες.

Αυτές οι ειδήσεις από τη φύση τους χαρακτηρίζονται, με βάση την ταξινό­μηση που έχει προηγηθεί, ως έμμεσες ειδήσεις. Αποτελούν κυρίως παράθεση και σχολιασμό ανακοινώσεων συνεδρίων ή αποτελεσμάτων ερευνών.

Επειδή δεν υπάρχει η ανάγκη άμεσης εμφάνισής τους, οι εφημερίδες πολλές φορές εκμεταλλεύονται αυτή την κατάσταση και τις παρουσιάζουν όταν «θέλουν» και με πιο ολοκληρωμένο τρόπο από τις άλλες ειδήσεις. Χαρακτηριστικό παρά­δειγμα αποτελούν τα δημοσιεύματα για «την εξάπλωση της ηπατίτιδας Β στην Ευρώ­πη, τους θανάτους που είχε επιφέρει, το εργατικό δυναμικό που αντιμετωπίζει κίνδυνο μόλυνσης κ.λπ.» που είχαν στις 8/5/1994 η κυριακάτικη Καθημερινή και η κυριακάτικη Α­πογευματινή, ενώ η Ελευθεροτυπία το είχε στις 2/6/1994 και το Έθνος στις 28/8/1994.

Επίσης τα αποτελέσματα έρευνας για «τις ασθένειες των Ναυτικών», Ριζοσπάστης 3/2/1994, Έθνος 23/2/1994 και Ελεύθερος Τύπος 18/5/94.

Ο τρόπος παρουσίασής τους δεν έχει μεγάλη διαφορά, ίσως επειδή δεν προσφέρονται για πολιτική εκμετάλλευση. Αν και ο αναγνώστης διακρίνει διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες. Το παράδειγμα των δημοσιευμάτων για τα προβλήματα που δημιουργούν στους εργαζομένους οι επαγγελματικοί θόρυ­βοι, είναι χαρακτηριστικό (Ριζοσπάστης, Απογευματινή, Καθημερινή. Ελεύθερος Τύ­πος, Αυγή 14/3/1991).

Το κύριο χαρακτηριστικό, όμως, της εργατικής είδησης που αναφέρεται στις επαγγελματικές ασθένειες είναι ο ενημερωτικός χαρακτήρας της και η δυναμική του στη δυνατότητα πρόληψής τους, τόσο από τους εργαζομένους, όσο και από τους θεσμικούς φορείς, δικούς τους και του κράτους. Έτσι, εκτός από τις περιπτώσεις που προαναφέρονται, αλιεύουμε από την Καθημερινή (3/9/1995), στο δημοσίευμά της με τίτλο: «Ο καρκίνος στη δουλειά», το «ποιες ουσίες βρίσκονται σε εργατικούς χώρους και είναι καρκινογόνες για τους εργαζομένους», καθώς και «τα μέτρα που επιβάλλει το υπουργείο Εργασίας» και από τον Ριζοσπάστη (11/6/1995), την ανάγκη σωστής «λειτουργίας του θεσμού της ιατρικής της εργασίας» κ.λπ.

Tούτος ο ενημερωτικός και δυναμικός χαρακτήρας της εργατικής είδησης, που σχετίζεται με τις επαγγελματικές ασθένειες, δημιουργεί ελπίδα για τη δυνατότητα εκμετάλλευσής του από τα όργανα του εργατικού κινήματος.

Η πρώτη συγκροτημένη παρέμβαση του εργατικού κινήματος προς αυτήν την κατεύθυνση έγινε την περίοδο δημιουργίας του νέου θεσμικού πλαισίου για την Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας. Με το «Συμπόσιο για την Υγιεινή και Ασφάλεια στους τόπους δουλειάς», που διοργάνωσε το ΕΚΑ στην Αθήνα στις 12-13 Δεκεμβρίου 1987 καθώς και την έκδοση ομότιτλου βιβλίου (Μάρτης 1988) με τις εργασίες του Συμποσίου.

Επίσης η συμμετοχή του εργατικού κινήματος στη δημιουργία του ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε. συνέβαλε στην ύπαρξη ενός επιστημονικού οργάνου ικανού να δώσει προτάσεις και λύσεις στα ζητήματα της Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. Εκδόσεις του ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε. όπως η «Συλλογή Νομολογίας για την Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας» (1996) αποτελούν πρωτογενείς ενέργειες μεταβίβασης στους εργαζόμενους ολοκληρωμένων μηνυμάτων για τα ζητήματα που σχετίζονται με τις συνθήκες εργασίας τους.

7. Συμπεράσματα

Από την ανάλυση των στοιχείων που αφορούν τα εργατικά «ατυχήματα» βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Τύπος παρέχει μεγαλύτερη κάλυψη στην πρωτογενή εργατική είδηση, που αναφέρεται στα εργατικά «ατυχήματα», δη­λαδή στην κάλυψη των εργατικών «ατυχημάτων» που συνέβησαν --στο πραγ­ματικό γεγονός--, από τις άλλες ειδήσεις που αναφέρονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στα εργατικά «ατυχήματα», χωρίς όμως το στοιχείο του άμεσου «συμβάντος».

Από το σύνολο των αναφορών του Τύπου για την εξεταζόμενη περίο­δο, 1987-1995, το 52% ήταν πρωτογενείς εργατικές ειδήσεις και καλύφθηκαν από το 69% των φύλλων με το 70% των σελίδων που διατέθηκαν για την κά­λυψη όλων των ειδήσεων που αφορούν τα εργατικά «ατυχήματα». Η απλή σύ­γκριση αυτών των ποσοστών αποδεικνύει την ιδιαίτερη βαρύτητα που έχουν οι πρωτογενείς ειδήσεις που αφορούν τα εργατικά «ατυχήματα». Και αναδει­κνύει την ιδιαιτερότητα αυτής της είδησης. Το ότι δηλαδή είναι κυρίως είδη­ση που έχει να κάνει με συμβάν. Η έλευσή του εξαρτάται μεν, α­πό σειρά πράξεων ή παραλήψεων, αλλά από τη στιγμή που θα συμβεί, είναι ένα γεγονός «αντικειμενικό».

Γίνεται φανερή η ύπαρξη προβολής και αποσιώπησης στην ερ­γατική είδηση που αφορά τα εργατικά «ατυχήματα». Με μια ιδιαιτερότητα. Αυτή η ιδιαιτερότητα είναι η ύπαρξη της τρομολαγνείας. Την οποία, σε μικρότερο βέβαια βαθμό από την τηλεόραση, εκμεταλλεύεται και ο Τύπος. Τούτο γίνεται φανερό από:

α) Τον αριθμό των σελίδων που αφιέρωσαν οι εφημερίδες στα δύο ατυ­χήματα που προαναφέρθηκαν σε σχέση με τα «μικρά», χωρίς να πα­ραγνωρίζεται ούτε το ειδικό βάρος αυτών των «μεγάλων ατυχημάτων» ούτε της είδησής τους.

β) Τη χρήση της φωτογραφίας στα εργατικά «ατυχήματα».

γ) Τη σχετικά ισόποση κάλυψη των «μεγάλων ατυχημάτων», από άποψη χώρου που χρησιμοποίησαν οι εφημερίδες. Είναι χαρακτηριστικό ό­τι την έκρηξη στην ΠΕΤΡΟΛΑ την κάλυψαν στις 2/9/1992 η Απογευμα­τινή με 4 σελίδες, ο Ελεύθερος Τύπος με 6 σελίδες, το Έθνος με 7 σελί­δες, Τα Νέα με 3 σελίδες, η Μεσημβρινή με 4 σελίδες, και με 5 η Ελευ­θεροτυπία.

Φυσικά και εδώ δεν λείπουν οι αντιπολιτευτικές ή συμπολιτευτικές τάσεις που εκφράζουν πολιτικά οι εφημερίδες, μόνο που έχουν τις σημαίες τους με­σίστιες. Ούτε βέβαια λείπουν οι ιδεολογικές «ουδετερότητες» στη χρήση της γλώσσας, κατά την κάλυψη των ειδήσεων που αφορούν τα εργατικά ατυχή­ματα, το αντίθετο μάλιστα, όπως αποδείχτηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, εκεί ό­που έγινε λόγος για τη σημειολογία του θανάτου.

Το εργατικό κίνημα έχοντας πάντα υπόψη του ότι η λογική που προσδιορίζει τη μαζική επικοινωνία ευνοεί την αποτελεσματική διαχείριση και τον έλεγχο, παρά την μεταβολή και την αναδιάταξη του κοινωνικού συστήματος (Μακ Κουέιλ 1997: 60) θα πρέπει να αποκτήσει μια παρεμβατική πολιτική για το σύνολο των εργατικών ειδήσεων. Όσο αφορά τις ειδήσεις που σχετίζονται με εργατικά «ατυχήματα» μέσα στο παραπάνω γενικότερο πλαίσιο, εκτός των άλλων, επιβάλλεται η προσφυγή του σε πολυποίκιλη αναπαραγωγή των ειδήσεων ενημερωτικού χαρακτήρα, με τελικό αποδέκτη αυτής της αναπαραγωγής τους εργαζόμενους. Όπως επίσης επιβάλλεται η παρέμβασή του μαζί με τα συνδικαλιστικά όργανα των δημοσιογράφων σε όποιο μέσο χρησιμοποιεί την εργατική είδηση για σκοπούς αλλότριους από τους δικούς του. Χωρίς αυτή η πρόταση να προτείνει μία, έστω και εν σπέρματι, νέα μορφή ελέγχου της κοινής γνώμης αλλά και των απόψεων των δημοσιογράφων που χειρίζονται την εργατική είδηση. Επίσης πρέπει να παρεμβαίνει σε τυχόν φαινόμενα ολιγωρίας ή διαστρέβλωσης της εργατικής είδησης, που προέρχεται από τους εργατικούς συντάκτες. Και αν μεν τα τελευ­ταία είναι προϊόντα άγνοιας, ας προσφύγει π.χ. μαζί με την ΕΣΗΕΑ σε επιμορφωτικά σεμινάρια των εργατικών συντακτών. Αν όχι ας πάρει τα μέ­τρα του, κι ας μην τα ρίχνουμε όλα στις πιέσεις των μεγαλοεκδοτών και των επιχειρημα­τιών, όπως επισήμανε και ο Ερίκ Ντιπέν, παλιός δημοσιογράφος της Λιμπερασιόν. Κατ’ εικόνα της κοινωνίας οι δημοσιογράφοι ζουν σ’ ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την έντονη υποχώρηση των ιδεολογιών. Ο Economist για παράδειγμα, ένα περιοδικό στενά δεμένο με τους οικονομικούς κύκλους, δε διστάζει να φιλοξενήσει αιρετικές αναλύσεις, ακόμα και αν αντιτίθενται στοn φιλελευθερισμό. Στη Γαλλία, αντίθετα, παρατηρείται μια ισχυρή εσωτερί­κευση των κυρίαρχων ιδεολογιών(Petition, τα Νέα 9/04/1998). Στις μέρες μας ο δημοσιογράφος δεν δικαιούται να είναι «αντικειμενικός». Αντιθέτως, οφείλει να είναι εξοργισμένος και μαχόμενος, να δημιουργεί ο ίδιος κόσμο αξιών και αρ­χών.

Τέλος οφείλει το εργατικό κίνημα να κάνει επιμορφωτικά σεμινάρια στα μέλη του, ούτως ώστε οι ίδιοι οι συνδικαλιστές να αποτελούν πηγή πληροφόρησης για τους δημοσιογράφους. Εξηγώντας τους μέχρι και την απλή αναγκαιότητα ότι τα δελτία Τύπου που στέλνουν στα ΜΜΕ πρέπει να είναι λιτά και περιεκτικά, για να είναι ελκτικά και ικανά να αποτελέσουν αυτόνομο κείμενο που θα κα­ταχωριστεί στις εφημερίδες. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί π.χ. το κείμενο του σω­ματείου του ΤΙΤΑΝ που δόθηκε στον Τύπο με αφορμή τον θάνατο του εργαζόμενου Παντελή Πετρίδη στις 2.11.’97 (Η Ημέρα, εφ. Πάτρας, 5.11.97). Γι’ αυτά όμως, εκτός των άλλων, χρειάζεται και η πολιτική βούληση, πράγμα που είναι ζήτημα του ίδιου του εργατικού κινήματος από τον εργάτη στην παραγωγή μέχρι τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλεξάτος Γ. 1997, Η εργατική τάξη στην Ελλάδα, Αθήνα: Ρωγμή.

Αντόρνο Θ. 1989, Σύνοψη της πολιτιστικής βιομηχανίας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Barthes R. 1970, Mythologies, Paris: Seuil.

– 1972, Κριτική και Αλήθεια, Αθήνα: Καστανιώτης.

–1983, Φωτεινός Θάλαμος - Σημειώσεις για την Φωτογραφία, Αθήνα: Ράππας.

Caceres Β. 1981, Allons au-devant de la Vie, la naissance du temps des loisirs en

1936, Paris, Maspero.

Chomsky Ν. 1994, Ο έλεγχος των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, τα θεματικά

επιτεύγματα της προπαγάνδας, Αθήνα: Κουλτούρα.

– 1996, Κατασκευάζοντας συναίνεση, Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.

Γκράμσι Α. 1985, Τα εργοστασιακά συμβούλια και το κράτος της εργατικής τάξης,

Αθήνα: Στοχαστής.

– 1988, Αμερικανισμός και φoρντισμός, Αθήνα: Α/συνέχεια.

Debray R. 1997, Η Επιστήμη της Επικοινωνίας, Αθήνα: Λιβάνης.

DucIos D. 1984, La sante et le travail, Paris: Decouverte.

Δουκάκης Ντ. 1988, Εργασιακές σχέσεις, οικονομία και θεσμοί, Αθήνα: Οδυσσέας.

Έκο Ου. 1988, Η Σημειολογία στην καθημερινή ζωή, Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης - Παιδεία.

Εντσεσμπέργκερ Χ. 1981, Για μια θεωρία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, Αθήνα: Επί­κουρος.

Fiske J. 1992, Εισαγωγή στην επικοινωνία, Αθήνα: Επικοινωνία και Κουλτούρα.

Friedmann G. 1984, Πού τραβά η ανθρώπινη εργασία; Αθήνα: Κάλβος.

Κολιού Ν. 1988, Οι ρίζες του Εργατικού Κινήματος και ο «Εργάτης» του Βόλου, Αθήνα: Οδυσσέας.

Κομίνης Λ. 1990, Τα μυστικά της Δημοσιογραφίας, 2 τόμοι, Αθήνα: Καστανιώτης

Κομνηνού Μ. - Λυριντζής Χρ. (επιμ.), Μπένετ Τ., Στιούαρτ Χ., Γκάρμαν Ν., Ερευνητική Ομάδα Γλασκόβης, Σάμπα Φρ. κ.ά. 1989, Κοινωνία, εξουσία και Μέσα Μαζικής Επικοι­νωνίας, Αθήνα: Παπαζήσης.

Κουκουλές Γ. 1984, Ελληνικά Συνδικάτα: Οικονομική αυτοδυναμία και εξάρτηση, 1938­ - 1984, Αθήνα: Οδυσσέας.

Κουκουλές Γ., Τζαννετάκος Β. 1986, Συνδικαλιστικό κίνημα 1981 - 1986, Αθήνα: Οδυσσέας.

Λαφάργκ Π. 1981, Το δικαίωμα στην τεμπελιά, Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος.

Λεμπέσης Ε. 1992, Κοινωνιολογία του Τύπου, Αθήνα: Αρσενίδη.

Λιάσκος Γ. 1992, Η ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος των δημοσίων υπαλλήλων, Αθήνα.

Λιβιεράτου Κ., Φραγκούλη Τ. (επιμ.), Κούλι, Παρκ, Λασγούελ, Λίπμαν, Μπούρστιν κ.ά. 1991, Το μήνυμα του Μέσου. Η έκρηξη της μαζικής επικοινωνίας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Λούξεμπουργκ Ρ. 1979, Μαζική απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, Αθήνα: Κορονζής.

Μακ Κουέιλ Ντ. 1997, Εισαγωγή στη θεωρία της μαζικής επικοινωνίας, Αθήνα: Καστανιώτης.

Mangenot Μ. 1976, La comptabilite αυ service du capital, Paris: Citoyens.

Μανθούλη Ρ. 1983, Το κράτος της Τηλεόρασης, Αθήνα: Θεμέλιο.

Μαρξ Κ., 1984 Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, Αθήνα: Θεμέλιο.

– 1996, Το Κεφάλαιο, τόμοι τρεις, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μπασκέ Φ., Σισόρ Τζ., Μπρουκς Μπ. 1990, Η Τέχνη της Δημοσιογραφίας, Αθήνα: Γνώμη.

Μητρόπουλος Α 1993, Εργασία και συνδικάτα στη μεταβιομηχανική κοινωνία, Αθήνα: Λιβάνης.

Montmollin Μ. 1986, L’ ergonomie, Paris: Decouverte.

Μοσκώφ Κ. 1988, Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης, Αθήνα: Καστανιώτης.

Μπεναρόγια Α. 1975, Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, Αθήνα: Ολκός.

Ντεμπόρ Γκ. 1986, Η κοινωνία του θεάματος, Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος.

Προκόπ. Ντ. 1997, Η δύναμη των μέσων και η επίδρασή τους στις μάζες, Αθήνα: Λιβάνης.

Rifkin J. 1995, Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της, Αθήνα: Α Λιβάνης.

Σεραφεντινίδου Μ. 1987, Κοινωνιολογία των μέσων μαζικής επικοινωνίας, Αθήνα: Gutenberg.

Smymis Κ. 1988, Travail et travailleurs dans les entrepriss de type artisanal et construction du sujet social, Paris VIII, Vincennes a Saint-Denis.

Σμυρνής Κ. 1991, «Νομαρχιακές Επιτροπές Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας», Ενημερωτικό Δελτίο Ι.Ν.Ε. ΓΣΕΕ, 10, 29-32.

– 2001, Εργατική Είδηση και Εργαζόμενοι, Αθήνα: Λιβάνης.

– 2002, «Συνθήκες Εργασίας στη Βιομηχανία», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τ. 108-109.

Στεφανίδης Γ. 1985, Συνδικαλιστική επιμόρφωση. Βοήθημα για την επιμόρφωση των εργαζομένων, Αθήνα: Γεν. Γραμ. Λαϊκής Επιμόρφωσης.

Tahar G. 1984, La reduction de la duree du travail, Paris: Decouverte.

Τζέρβις Τζ. 1970, Εργάτης και νεύρωση, Αθήνα: Στοχαστής.

Vίssery F. 1975, Le travail a temps partiel, Paris: Tema - Edίtions.

Χατζηβασιλείου Ορ., χ.χ., Συνδικαλισμ6ς και κοινωνική αντίδραση, Αθήνα: Οδυσσέας.

Ψαράκης Τ. 1993, Εφημερίδες και δημοσιογράφοι, Αθήνα: Λιβάνης.

Ψυχογιός Δ. 1992, Το αβέβαιο μέλλον του αθηναϊκού τύπου, Αθήνα: Δίαυλος.

 

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Ασφάλεια και Υγεία στις κατασκευές, 1996, Αθήνα: Διεθνής Οργάνωση Εργασίας ­

Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας.

Ενημερωτικά Δελτία ΙΝ.Ε. ΓΣΕΕ., τεύχη: 6, 7, 1991, και 20, 1992.

Ερευνητική Ομάδα Εργαστηρίου Στοιχείων Μηχανών Τμήματος Μηχανολόγων

Πανεπι­στημίου Πατρών 1987, Ασφάλεια των εργαζομένων στη βιομηχανία, Πάτρα.

Ευρωπαϊκή Επιτροπή 1996, Υπόμνημα για την εκτίμηση των επαγγελματικών

κινδύνων, Αθήνα.

Ζορμπά K. 1997, Η κατάρτιση στους τομείς της ασφάλειας και της υγείας στο χώρο

εργα­σίας, Αθήνα: ΕΛ.ΙΝ. Υ.Α.Ε

Κανονισμος Ασφαλούς Εργασίας 1990, Αθήνα: ΟΣΕ.

Μπαρπαγιάννη Ξ.-Τσαπόγα Φ. 2001, Η Νομαρχιακή Επιτροπή Υγιεινής και Ασφάλειας

των εργαζομένων στο Νομό Αχαΐας, ΤΕΙ Πάτρας, Διπλωματική εργασία στο Tμήμα Λογιστικής.

Μπράμη Σπ. 1996, Στατιστικές εργατικών ατυχημάτων στην Ελλάδα, Αθήνα: Ελληνικό

Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας.

Νομοθετήματα Εναρμόνισης του Εθνικού μας δικαίου προς τις κοινοτικές οδηγίες για

την Υγιεινή και Aσφάλεια των Εργαζομένων 1997, Αθήνα: Υπουργείο Εργασίας.

PIACT. Programme international pour l’ amelioration des conditions et du milieu de

travail (10 Avril – 13 Mai 1978), Organisation internationale du travail.

Σαραφόπουλος Ν. 1986, Προστασία, ασφάλεια και υγιεινή στην Εργασία, Αθήνα:

Υπουρ­γείο Εργασίας.

Πανεπιστήμιο Πατρών, Οδηγός Yγιεινής-Aσφάλειας στην Εργασία, οι νέες θεσμικές

ρυθμίσεις, Πάτρα.

–, Πηγές πληρoφόρησης για θέματα υγιεινής και ασφάλει­ας στην εργασία - ΕΟΚ

Ευρωπαϊκές χώρες και Ελλάδα: Πάτρα.

Συμπόσιο για την Υγιεινή και Aσφάλεια στους τόπους δουλειάς 1987, Αθήνα: Εργατικό

Υπαλληλικό Κέντρο Αθήνας.

Συλλογική Νομολογίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας 1996, Αθήνα:

Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας.

Υγεία και ασφάλεια στην εργασία 1987, Αθήνα: Υπουργείο Εργασίας.

Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων σε ναυπηγικές εργασίες 1990, Αθήνα:

Υπουργείο Εργασίας.

2 Τις χρονιές 1989, 1990 και 1991 έγιναν αντίστοιχα 30.000, 28.000 και 25.000 περίπου εργατικά «ατυχήματα» με στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας.

3 Όταν χρησιμοποιείται η λέξη «σελίδα» αναφερόμενη στην κάλυψη της είδησης από άποψη χώρου δεν εννοεί υποχρεωτικά ολόκληρη τη σελίδα. Είναι όμως ο μόνος μετρήσιμος πρακτικά τρόπος που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.