αρχείο ειδήσεων
γνώμες
αρχείο
βίντεο
βιβλιοθήκη
σύνδεσμοι
Κείμενο του "Αισώπου", όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΗΝ, τεύχος 2, Απρ.1995
Ποιός είναι ο ρόλος της επιστήμης στην εποχή μας; Ποιός είναι ο ρόλος της ιδεολογίας και ειδικότερα της πολιτικής ιδεολογίας; Υπάρχουν σχέσεις μεταξύ τους; Και αν ναι τι μορφή παίρνουν;
Ερωτήματα όπως τα παραπάνω, δεν τίθενται πολύ συχνά σήμερα, ούτε καν από τους ίδιους τους επιστήμονες και τους διανοούμενους, που κατά τεκμήριο θεωρούνται οι αρμοδιότεροι να τα θέσουν. Όταν παραταύτα κάποιοι αισθανθούν την ανάγκη ή πιεστούν από τα γεγονότα να ασχοληθούν με τέτοια «επουσιώδη» ζητήματα, επαναλαμβάνουν απόψεις που θα μπορούσαμε να τις συνοψίσουμε στην εξής βασική θέση: Η επιστήμη είναι ουδέτερη και αντικειμενική. Είναι η μόνη που μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας, αρκεί να αφεθούν οι επιστήμονες ελεύθεροι και απερίσπαστοι στο έργο τους. Οι διάφορες πολιτικές και κοινωνικές ιδεολογίες αποπροσανατολίζουν την επιστήμη και την καθιστούν υποχείριό τους στην προσπάθειά τους να επιτύχουν την επικράτησή τους.
Στα πλαίσια αυτής της συλλογιστικής, η πολιτική ιδεολογία παίρνει το ειδεχθές πρόσωπο του βιαστή, που παρασύρει στο βούρκο της αμαρτίας, την αγνή και άσπιλο παρθένα, την επιστήμη. Η εξόχως αποενοχοποιητική για το θεσμό επιστήμη και τους φορείς της αυτή εικόνα, αποκαλύπτει τη βαθιά πίστη που συνέχει τις μοντέρνες ψυχές, οι οποίες μπορεί να σαρκάζουν τις κακόμοιρες γριούλες που σταυροκοπιούνται τις Κυριακές στην εκκλησία, αλλά που με τον ίδιο φανατισμό και τύφλωση, γονυπετείς και γεμάτες δέος, στρέφουν τα βλέμματά τους προς την πλευρά της μοντέρνας επιστήμης και τεχνολογίας. Ο επιστημονισμός είναι η υπέρτατη θρησκεία της εποχής μας. Μπροστά του, η κριτική διάθεση και αμφισβήτηση, μεταβάλλονται σε αέρα κοπανιστό.
Ανταποκρίνεται όμως αυτή η εικόνα στην ιστορική πραγματικότητα;
Χωρίς να φιλοδοξούμε να δώσουμε μια τελειωτική και οριστική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, θα προσπαθήσουμε εδώ να διαφωτίσουμε τη σχέση επιστήμης και ιδεολογίας, με τη βοήθεια ενός ιστορικού παραδείγματος, που αναδεικνύει όλη την πολυπλοκότητα και αντιφατικότητα αυτής της σχέσης, και κάνει φανερή την επιτακτική ανάγκη να επαναθεωρήσουμε τις απόψεις μας για το ρόλο της επιστήμης καθώς και αυτές για τον τύπο των σχέσεων και των διαπλοκών της με τις πολιτικές ιδεολογίες.
Ο όρος ευγονική προτάθηκε το 1983 από τον βρετανό Galton, θεμελιωτή αυτής της επιστήμης (1). Μερικά χρόνια αργότερα ο γερμανός W.Schallmayer εισάγει τον ίδιο όρο χωρίς να έχει διαβάσει προηγουμένως τα κείμενα του Galton. Σ' ένα έργο του με τον τίτλο «Περί του σωματικού εκφυλισμού που απειλεί την ανθρωπότητα», το οποίο εμφανίζεται το 1891, εισάγει την έννοια της «ανθρώπινης επιλογής» σε αντιστοιχία με τις διαδικασίες επιλογής στον κόσμο των ζώων (2). Το 1895, ο Alfred Ploetz που ίδρυσε το 1904 τη σημαντικότερη γερμανική επιθεώρηση για την ευγονική τα «αρχεία φυλετικής βιολογίας και βιο-κοινωνιολογίας» διατυπώνει παρόμοιες απόψεις για τον εκφυλισμό του ανθρώπινου είδους στο βιβλίο του με τίτλο «η αξία της φυλής μας και η προστασία των αδυνάτων» (3). Αυτή η ιδέα της πτώσης αλλά και του ηθικού και φυσικού εκφυλισμού των ανθρώπων διαδίδεται στην Ευρώπη από τα μέσα του 19ου αιώνα, και διακρίνεται στα κείμενα διάσημων λογοτεχνών από τον Gobineau και τον Ζολά μέχρι τον Thomas Mann, ενώ απασχολεί και τον ιατρικό κόσμο, όπως τον διάσημο ψυχίατρο Benedict Augustin Morel. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής στις μεγαλουπόλεις μπαίνει στο στόχαστρο. Η ογκούμενη αντιπάθεια προς αυτόν εκδηλώνεται με διάφορα κοινωνικά κινήματα όπως γυμνισμός, χορτοφαγία, επιστροφή στη φύση, αντι-αλκοολισμός και βρίσκει το επιστημονικό της στήριγμα, στη διάδοση του Δαρβινισμού και της θεωρίας της φυσικής επιλογής.
Η σύγχρονη ευγονική γεννιέται από το συνδυασμό της ιδέας του εκφυλισμού του ανθρώπινου είδους και της δαρβινικής θεωρίας της επιλογής, κατά την οποία η εξέλιξη πραγματοποιείται μέσω ενός βίαιου μηχανισμού επιλογής. Μέσα σ' αυτό το πνευματικό κλίμα η προσοχή των διανοούμενων και των επιστημόνων εστιάζεται στη σταδιακή υποβάθμιση του μέσου επιπέδου του πληθυσμού. «Βλέπουν» ότι η χαλάρωση των ηθών και η πρόοδος της ιατρικής επιτρέπουν στους «ακατάλληλους» να επιβιώσουν. Έτσι η ανάπτυξη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων επιβραδύνεται προς ώφελος των κατώτερων, προκαλώντας μια «αρνητική επιλογή».
Αυτή η αντίληψη ενισχύεται με την ανάπτυξη της γενετικής. Στην περίοδο 1885-1892, ο A. Weismann, διατυπώνει μια θεωρία για την κληρονομικότητα σύμφωνα με την οποία, οι επίκτητες αλλαγές στο σώμα ενός ατόμου δεν μεταδίδονται στους απογόνους του και το μόνο που παίζει ρόλο μακροπρόθεσμα είναι η γενετική κληρονομιά. Η βοήθεια που παρέχεται από την κοινωνική υγιεινή και την ιατρική σε εκφυλισμένα άτομα, θέτει σε κίνδυνο τη γενική γενετική κληρονομιά και το μέλλον του ανθρώπινου είδους, αφού παρέχει στα άτομα αυτά τη δυνατότητα να αναπαραχθούν.
O Alfred Ploetz συμμετέχει στην ίδρυση μιας μυστικής ρατσιστικής οργάνωσης υπέρ της βόρειας φυλής το 1907. Ο σοσιαλισμός και η ευγονική, μπορούν επίσης να συνυπάρξουν ικανοποιητικά. Ο Schallmayer κηρύττει υπέρ ενός κρατικού σοσιαλισμού, ενώ και ο Alfred Ploetz αποδέχεται τις σοσιαλιστικές ιδέες της εποχής. Ο Alfred Grotjahn ανήκει μέχρι το 1926 στο SPD. Ο Karl Kautsky, επικεφαλής των ορθόδοξων μαρξιστών συμφωνεί με τις αναλύσεις του Schallmayer, τον οποίο και αποκαλεί «άνθρωπο της επιστήμης» στη σοσιαλιστική επιθεώρηση DIE NEUE ZEIT. Η Oda Olberg δηλώνει από τις στήλες της ίδιας επιθεώρησης στα 1907: «Αν δεν επίστευα ότι το ιδεώδες της κοινωνικής ευγονικής δε βασίζεται στο σοσιαλισμό, δε θα ήμουν σοσιαλίστρια».
Η ιστορία της ευγονικής στη Γερμανία από τις αρχές του 20ου αιώνα, συμβαδίζει με τη σταδιακή καθιέρωσή της στην επιστήμη, ιδίως την ιατρική και την κοινωνική πολιτική. Στις δεκαετίες του 1910-20, η ευγονική δεν διακρίνεται σαφώς από τη νέα ακόμη επιστήμη της ανθρώπινης γενετικής. Η πλειοψηφία των μεγάλων Γερμανών γενετιστών, ήταν ταυτόχρονα και ευγονιστές. Ο Erwin Baur, ο Karl Correns, ο Richard Goldschmidt, ο Heinrich Poll. (οι δυο τελευταίοι ήταν μάλιστα Εβραίοι). Ο Wilhelm Weinberg δημοσιεύει τα δυο από τα τρία διάσημα άρθρα του, που θα αποτελέσουν τη βάση της θεωρίας της ισορροπίας Hardy-Weinberg στη γενετική, στην επιθεώρηση Zeitschrift Fur Inductive Abstammunes-und vererbungslehre, την σημαντικότερη επιθεώρηση για την ευγονική και το τρίτο στην επιθεώρηση Archiv Fur Rassenund Gesellschafts Biologie. Ανατρέχοντας στην επιθεώρηση αυτή, βρίσκουμε τις υπογραφές των διασημότερων ανθρωπολόγων και γενετιστών των αρχών του 20ου αιώνα. Άγγλοι και Σκανδιναβοί βιολόγοι όπως ο Mjoen και ο Davenport, συνεργάζονται στα διάφορα τεύχη της. Ο περιβόητος Franz Boas, θεμελιωτής της σύγχρονης Αμερικανικής ανθρωπολογικής σχολής, χρησιμοποιεί τακτικά τις στήλες της επιθεώρησης, γεγονός που αποδεικνύει και το επιστημονικό της κύρος.
Θα ακολουθήσει λίγο αργότερα και η θεσμική αναγνώριση: 1913, αποδοχή της ένωσης των ευγονιστών στους κόλπους της ευρύτερης «ένωσης των Γερμανών φυσιολόγων και γιατρών». 1923, ο Fritz Lenz, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος των Γερμανών ευγονιστών ανακηρύσσεται καθηγητής πανεπιστημίου. 1927, ίδρυση του «ινστιτούτου Kaiser-Wilhelm για την Ανθρωπολογία, την ανθρώπινη κληρονομικότητα και την Ευγονική». Ο βουλευτής του SPD, Julius Moses, χαιρετίζει στο Reichstag την ίδρυση του ινστιτούτου το οποίο θα λειτουργούσε «σε αυστηρά επιστημονικά πλαίσια» και ανακοινώνει ότι «το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δέχεται με χαρά την ίδρυση του ινστιτούτου και εκφράζει την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του στις έρευνές του». Το ινστιτούτο σε πρώτη φάση διευθύνεται από τον Δρα Muckermann καθολικό διανοούμενο και πρώην Εβραίο, και από τον ανθρωπολόγο Eugen Fischer.
Το γερμανικό κράτος ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για τα επιχειρήματα τον Γερμανών ευγονιστών, σχετικά με το τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος των κληρονομικών ασθενειών και του αυξανόμενου αριθμού εγκληματιών ή αλκοολικών και προβληματικών ατόμων στο κοινωνικό σύνολο.
Στις ΗΠΑ το 1907, τίθενται σε εφαρμογή, σε αρκετές πολιτείες, νομοθεσίες που επιβάλλουν την υποχρεωτική στείρωση σε περιπτώσεις κληρονομικών ασθενειών. Πίσω στη Γερμανία ο ψυχίατρος Ernst Rudin θα τοποθετηθεί ανοιχτά υπέρ της εφαρμογής υποχρεωτικών στειρώσεων από το 1903. Η Νορβηγία στα 1915, συμπεριλαμβάνει τις θεωρίες των ευγονιστών στην νομοθεσία της με προτροπή του σοσιαλιστή πρωθυπουργού της. Ακολουθεί στα 1922 η Σουηδία. Το 1932 παραμονές κοσμοϊστορικών γεγονότων, το Συμβούλιο Υγείας της Πρωσίας ετοιμάζει σχέδιο νόμου για την υποχρεωτική στείρωση σχιζοφρενών, μανιοκαταθλιπτικών, επιληπτικών, εκ γενετής τυφλών, αλκοολικών και ατόμων με σοβαρές κληρονομικές οργανικές βλάβες. Τα πνεύματα έχουν πια ωριμάσει για την πραγματοποίηση της υπέρτατης επιστημονικής ουτοπίας, στα πλαίσια ενός εθνικοσοσιαλιστικού κράτους. Η ιδέα της βιολογικής τελειοποίησης της ανθρωπότητας μέσα από μια αναπαραγωγική διαδικασία, αυστηρά ελεγχόμενη από την κοινωνία, θα καταλήξει σ' έναν άνθρωπο, που στα 1923, όταν εκτίει την ποινή που του έχει επιβληθεί για ένα αποτυχημένο πραξικόπημα, στη φυλακή του LANDSBERG, μελετά με πάθος το περίφημο σύγγραμμα των Baur, Fischer και Lentz πάνω στην ευγονική και την κληρονομικότητα. Είναι ο Αδόλφος Χίτλερ. Σ' ένα κεφάλαιο του εν λόγω έργου, αφιερωμένο στις «φυλετικές διαφορές σε διανοητικό επίπεδο» ο Fritz Lentz χαρακτηρίζει τους νέγρους σαν «στερούμενους, σε σχέση με τις ευρωπαϊκές φυλές, διορατικότητας», αντίθετα «ο άνθρωπος του Βορρά ξεπερνά τους ανθρώπους όλων των άλλων φυλών με τη σταθερότητα της βούλησής του και τη δυνατότητα να κάνει προβλέψεις».
Την ίδια περίοδο γιατροί, ψυχίατροι, βιολόγοι, γενετιστές και ανθρωπολόγοι, φωτίζουν το δρόμο για μια θεσμοθέτηση της ευγονικής.
Η κυβέρνηση θα κάνει το μεγάλο βήμα στις 14 Ιουλίου 1933. Ψηφίζεται ο νόμος «για την πρόληψη των κληρονομικών ασθενειών». Ο νόμος αυτός θα επιτρέψει τη στείρωση, από το 1934 μέχρι το 1939, 300.000 καθυστερημένων και ψυχοπαθών. Η συνεργασία του ιατρικού κόσμου με τους πολιτικούς του νέου καθεστώτος θα γίνει πολύ στενή.
Η πλειοψηφία των επιστημόνων, εκδηλώνει αυθόρμητα την υποστήριξή της στο νέο καθεστώς. Ένα ποσοστό 45% των γιατρών γίνονται μέλη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και των SS. Ταυτόχρονα, εμφανίζεται μια νέα γενιά ευγονιστών με σημαντική επιστημονική εξειδίκευση, με επικεφαλής τον Othmar von Verschuer. Η κυρίαρχη τάση πλέον, είναι εκείνη της απόσπασης από την ανθρωπολογία και της απόκτησης ενός καθαρά ιατρικού χαρακτήρα, και μια μελέτη της κληρονομικής παθολογίας στα πλαίσια της ιατρικής επιστήμης.
Έτσι η ανανεωμένη ευγονική θεμελιώνεται πάνω σε μια προηγμένη για την εποχή γενετική, που απαλλάσσεται σταδιακά από τις «θεωρητικές» επιστήμες. Το 1939, το καθεστώς θα προχωρήσει στην «επιχείρηση ευθανασία», κατα την οποία θα οδηγηθούν στο θάνατο 75.000 ψυχασθενείς με χρήση μονοξειδίου του άνθρακα. Επικεφαλής της όλης επιχείρησης και καθοδηγητές της, πολλοί Γερμανοί ψυχίατροι.
Το αποκορύφωμα έρχεται με τα πειράματα βιο-ιατρικής που πραγματοποιούνται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι γνωστά περίπου 30 «ερευνητικά προγράμματα». Τα γνωστότερα είναι εκείνα επάνω στην υποθερμία, υπό την εποπτεία του γιατρού Rascher, με σκοπό την καλύτερη κατανόηση των αποτελεσμάτων του ψύχους στον ανθρώπινο οργανισμό. Ο Himmler ελέγχει από πολύ κοντά τόσο τη διοικητική όσο και την επιστημονική οργάνωση και σε πολλές περιπτώσεις δεν διστάζει να προτείνει ή και να επιβάλλει ακόμα κάποιες «πειραματικές μεθόδους». Ο Himmler με πτυχίο αγρονομίας, θεωρεί τον εαυτό του ειδικό επι θεμάτων βιο-ιατρικών ερευνών. Σύμφωνα με τα ελλιπή στοιχεία που θα παρουσιαστούν στη δίκη της Νυρεμβέργης, οι συμμετέχοντες στα πειράματα κρατούμενοι δεν άντεχαν και εγκατέλειπαν το μάταιο τούτο κόσμο. Δυο κρατούμενοι που θα επιβιώσουν, θα περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους σε ψυχιατρεία. Κατά τη διάρκεια αυτών των πειραμάτων, «οι συμμετέχοντες» παρέμεναν μέσα σε πολύ ψυχρό νερό σε διαφορετικούς χρόνους και έπειτα επαναθερμαίνονταν με διάφορες μεθόδους. Μερικοί από αυτούς ρίχνονταν μέσα σε καυτό νερό.
Οι γιατροί του Άουσβιτς αστειευόμενοι, χρησιμοποιούσαν τον όρο «η μεγάλη θεραπευτική διαδικασία», για να περιγράψουν τις μαζικές δολοφονίες χιλιάδων κρατουμένων (THERAPIA MAGNA), στους γνωστούς θαλάμους αερίων.
Ο ίδιος ο Χίτλερ εξάλλου το 1939 θα διατάξει δυο γονείς, τους Knauer, να δολοφονήσουν το δύσμορφο παιδί τους, με τη βοήθεια γιατρών.
Οι εξέχουσες ιατρικές προσωπικότητες της εποχής, πλέκουν το εγκώμιο του ηγέτη και της κοινωνικής αποστολής του.
Στην επιθεώρηση Deutche Algemeine Zeitung το 1943 ο καθηγητής Fischer θα ξεκινήσει ένα άρθρο του με τα εξής λόγια: «Είναι μια σπάνια και εξαιρετική τύχη για μια θεωρητική έρευνα να διεξάγεται σε μια εποχή που τα συμπεράσματά της γίνονται αμέσως αποδεκτά και χρησιμοποιούνται σα βάση για τη λήψη ειδικών μέτρων από το κράτος».
Πρωτοπόροι επιστήμονες, που τα ονόματά τους θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη εκείνων που υπέστησαν τις έρευνές τους και επέζησαν:
JOSEF MENGELE: Πραγματοποίησε έρευνες σε πολλά πεδία. Ενδιαφερόταν για τον νανισμό, την ετεροχρωμία κ.α. Πολλά παιδιά τσιγγάνων εκτελέστηκαν για να σταλούν τα μάτια τους στους ειδικούς μέσα στα περίφημα «κουτιά» τους. Το πραγματικό του πάθος όμως ήταν οι δίδυμοι. Τους έτρεφε με περισσή φροντίδα και θανάτωνε ένα μεγάλο αριθμό από αυτούς για να πραγματοποιήσει ειδικές παρατηρήσεις. Οι έρευνές του τον εφοδίασαν με αρκετά στοιχεία για τη συγγραφή διατριβής, που του επέτρεψε να γίνει πανεπιστημιακός.
HORST SCHUMANN: Βομβάρδιζε με ακτίνες τα σεξουαλικά όργανα ανδρών και γυναικών.
Ο καθηγητής CLAUBERG: Ο διεθνούς αυτός φήμης επιστήμονας, εισήγαγε με ενέσεις διάφορες καυστικές ουσίες στα γεννητικά όργανα Εβραίων γυναικών. Οι επίσημοι εκπρόσωποι της γερμανικής ιατρικής θα αρνηθούν στα 1945, να του αφαιρέσουν τον τίτλο του διδάκτορα της ιατρικής. Μετά το 1945 θα αποπεμφθούν μόνον οι επιστήμονες που θεωρήθηκαν ως υπεύθυνοι για άμεση συνεργασία στις εγκληματικές αυτές ενέργειες. Στους 90.000 γιατρούς της Γερμανίας, μόνο 350 θα υποστούν δίωξη.
Η πλειοψηφία του επιστημονικού σώματος θα παραμείνει στη θέση της, όλοι θα διαβεβαιώσουν ότι πρώτο και κύριο μέλημά τους υπήρξε η επιστήμη και ότι οι διεφθαρμένοι πολιτικοί προκάλεσαν την απόκλιση της επιστήμης από το σωστό δρόμο.
Πολλοί «δημοκράτες» επιστήμονες μετά το τέλος του πολέμου, θα κάνουν πολλούς να καταπιούν τη γλώσσα τους όταν θα δηλώσουν, όπως ο Benno Muller Hill του πανεπιστημίου της Κολωνίας, ότι: «Αν τα πειράματα αυτά είχαν πραγματοποιηθεί σε ποντίκια αντί για ανθρώπους, δεν θα λέγαμε ποτέ, ότι δεν ήταν σωστά από επιστημονική άποψη». Και ο καθηγητής Muckermann που έχασε τη θέση του στο πανεπιστήμιο με την άνοδο του ναζισμού, δε θα διστάσει να γράψει το 1952 σε επίσημο έγγραφο, ότι σημαντική ώθηση στις έρευνες για τους διδύμους δόθηκε από τους ναζί γιατρούς. Τα «πειράματα» που πραγματοποίησαν οι ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αναφέρονται συχνά σαν πηγές σε επιστημονικά άρθρα. Μόνο τα πειράματα που έγιναν στο Νταχάου, αναφέρθηκαν σε 45 δημοσιεύσεις το 1984.
Ακόμα και οι πιο ακραίοι υποστηρικτές της άποψης περί ουδετερότητας της επιστήμης δεν μπορούν παρά να φρικιάσουν από την εμπλοκή της σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους όπως η προαναφερθείσα, με την πολιτική και τη ιδεολογία, αλλά στην προσπάθειά τους να περισώσουν τη θρησκευτική τους πίστη, αρνούνται να προχωρήσουν σε συλλογισμούς που καθίστανται αναπόφευκτοι. Ποιος είναι ο τύπος της εμπλοκής στο συγκεκριμένο παράδειγμα; Είναι φανερό ότι ένα σύνολο επιστημονικών κλάδων, σε μια ορισμένη φάση της ανάπτυξης των γνωστικών τους αντικειμένων, υποβάλλουν μια ερμηνεία του κόσμου, που με τη σειρά της επηρεάζει τα δρώντα κοινωνικώς άτομα. Η βιολογία, η δημογραφία, η ανθρωπολογία, η ιατρική, τροφοδοτούν με επιχειρήματα τον ναζισμό. Υποπτεύομαι πως ούτε κι αυτή η διαπίστωση είναι αρκετά ικανοποιητική. Για την ακρίβεια, τείνω να πιστέψω ότι ο ναζισμός γεννιέται κυριολεκτικά από ένα κράμα επιστημονικών θεωρήσεων, κοινωνικών απωθημένων των λαϊκών στρωμάτων, οικονομικών συμφερόντων ενός τμήματος της άρχουσας τάξης, και προσωπικών φιλοδοξιών ατόμων με παθολογικό εγωκεντρισμό.
Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει, ότι η επιστήμη, δεν αντιπροσωπεύεται από τους συγκεκριμένους επιστήμονες που διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα. Αυτό θα μας παρείχε μια εύκολη λύση. Θα μπορούσαμε όμως να ρωτήσουμε: Με ποια κριτήρια θα διαχωρίσουμε τους άξιους εκπροσώπους της επιστήμης από τους δυσφημιστές της; Και αν με αυτό υπονοούν ότι ανάξιοι είναι οι επιστήμονες εκείνοι που δεν έχουν ηθικές αρχές, τότε εθελοτυφλούν. Ας μας προσκομίσουν έστω και μια απόδειξη της «ηθικότητας» της επιστήμης.
Η επιστήμη δεν συμπεριλαμβάνει στα βαθύτερα κίνητρά της, στις επιδιώξεις και τις καταστατικές τις αρχές, τους κανόνες της ηθικής. Το ότι τυχαίνει κάποιες φορές η επιστημονική έρευνα να συγχρονίζει το βηματισμό της και να διαπλέκεται με ορισμένες ηθικές αρχές, αυτό είναι ζήτημα συγκυρίας και σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει ότι η επιστημονικοί κανόνες, εμπεριέχουν τους ηθικούς κανόνες, και μάλιστα εκείνους που είναι ευρύτατα αποδεκτοί σήμερα.
Εάν πάλι στηριζόμενοι στο σημερινό επίπεδο εξέλιξης ενός επιστημονικού κλάδου -πχ της γενετικής για να επιστρέψουμε στο παράδειγμά μας- αποφανθούμε -και σωστά- ότι η παραβίαση των επιστημονικών κανόνων και οι απαράδεκτες από επιστημονική άποψη θεωρήσεις των ναζί συμβαδίζουν με τις απαράδεκτες και από ηθική άποψη θεωρήσεις, δεν μας επιτρέπει αυτό να συμπεράνουμε ότι η σωστή επιστημονική έρευνα συμβαδίζει και θα συμβαδίζει πάντοτε με την ηθική.
Η θεά που λατρεύουμε είναι τυφλή, στα θέματα της προάσπισης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου. Οι επιστήμονες μπορούν να συλλάβουν -και το έχουν κάνει κατ' επανάληψη- διαδικασίες προώθησης της γνώσης, επικίνδυνες για τον άνθρωπο. Θα βρισκόμαστε πιο κοντά στις βαθύτερες επιδιώξεις της επιστήμης, εάν λέγαμε, ότι οι ηθικές αρχές, αποτελούν φραγμό σε τολμηρές και πρωτότυπες επιστημονικές έρευνες και αποθαρρύνουν τους ερευνητές από το να τις πραγματοποιήσουν.
Οι οπαδοί της αγαθότητας και της παντοδυναμίας της επιστήμης, πρέπει να αντιμετωπίσουν κατάματα την ουσιαστική συμμετοχή της στη διαμόρφωση όλων των κοινωνικοπολιτικών ιδεολογιών και κοσμοθεωρήσεων της ιστορίας μας και φυσικά το γεγονός ότι η ίδια η επιστήμη συνιστά στην εποχή μας την κυρίαρχη ιδεολογία.
Σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε να ισχυριστούμε ότι με αυτές τις σύντομες επισημάνσεις εξαντλούμε το θέμα, και ούτε άλλωστε οι περιορισμένες γνώσεις μας, μας επιτρέπουν κάτι τέτοιο.
Επιδίωξή μας είναι να φέρουμε στην επιφάνεια έναν προβληματισμό που παραμένει υπόγειος εδώ και αρκετά χρόνια και να διευρύνουμε τον κύκλο αυτών που λαμβάνουν μέρος σε αυτή τη συζήτηση, στην οποία φρονούμε ότι είναι πλέον επείγον να συμμετάσχουν όλοι εκείνοι που δεν αναπαύονται στα ανάκλιντρα του εφησυχασμού και της προϊούσας διανοητικής χαύνωσης. Οψόμεθα!
Σημειώσεις
D.W. FORREST, FRANSIS GALTON: THE LIFE AND WORK OF A VICTORIAN GENIUS, PAUL ELECK, 1974
W. SCHALLMAYER, UBER DIE RPOHENDE KORPELICHE ENTARTUNG DER KULTURMENSCHHEIT, 1891, S.F.WEISS, RACE HYGIENE AND NATIONAL EFFICIENCY, THE EUGENICS OF WILHEM SCHALLMAYER, UNIVERSITY OF CALIFORNIA PRESS, 1987
A. PLOETZ: DIE TUCHTIQKEIT UNSERER RASSE UND DER SCHUTZ DER SCHWACHEN, BERLIN 1895, W.DOELEKE, ALFRED PLOETZ (1860-1940), SOZIALDAR - WINIST UND GESSEL SCHAFTS - BIOLOGE, DOCTORAT, FRANKFORT, 1975.