αρχείο ειδήσεων
γνώμες
αρχείο
βίντεο
βιβλιοθήκη
σύνδεσμοι
Κείμενο του Θ. Σδούκου
με αφορμή το Σχέδιο Νόμου για την Π.Φ.Υ. (2008)
____________________
Το σχέδιο νόμου «Για την οργάνωση και λειτουργία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας», που το Υπουργείο Υγείας ανέβασε στα τέλη του Γενάρη 2008 στην ιστοσελίδα του καλώντας σε «ανοικτή διαβούλευση» ,αποτελεί την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη εκδοχή νομοσχεδίου περί την Υγεία που είδε το φως της δημοσιότητας τα τελευταία δέκα χρόνια και ωχριά μπροστά του ακόμα και αυτό του προηγούμενου Υπουργού της Ν.Δ. Νικήτα Κακλαμάνη ,που έμεινε βέβαια στα χαρτιά αλλά έρχεται τώρα να υλοποιηθεί επί το αντιδραστικότερο.
Με αυτό το σχέδιο νόμου εφαρμόζεται η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού (ΣΔΙΤ) στην πρωτοβάθμια περίθαλψη καθώς ενοποιούνται και εξισώνονται οικονομικά, επιστημονικά, οργανωτικά και ηθικά όλοι οι φορείς που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη είτε ανήκουν στο ΕΣΥ, είτε στα ασφαλιστικά ταμεία, είτε σε ιδιώτες. Η λέξη δωρεάν όπως και η λέξη ανασφάλιστος δεν υπάρχει πουθενά στο κείμενο των 15 σελίδων και στο άρθρο 7 και 8 γίνεται απολύτως σαφές ότι οποιαδήποτε πράξη, ακόμα και η συνταγογραφία, κοστολογείται και πληρώνεται από τον ασφαλισμένο ακόμα και στους δημόσιους φορείς που εντάσσονται στο λεγόμενο Εθνικό Δίκτυο ΠΦΥ, ενώ μέχρι τώρα η πρόσβαση στα ΚΥ και τα Π.Ι. του ΕΣΥ ήταν εντελώς δωρεάν για όλους και τα έξοδα καλύπτονταν από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ο ασφαλισμένος πληρώνει μέσω μιας πιστωτικής κάρτας!! που κάθε χρόνο ο ασφαλιστικός του οργανισμός την πιστώνει με κάποιο συγκεκριμένο ποσό(ανάλογα με την ηλικία, το φύλο του και το στατιστικό μέσο όρο των εξόδων της προηγούμενης χρονιάς ),που αν το εξαντλήσει ο ασφαλισμένος πρέπει να ζητήσει καινούργια πίστωση, αιτιολογημένα όμως και αφού εξηγήσει πού κατανάλωσε την αρχική πίστωση!!! Έτσι η υγεία μετατρέπεται σε απλό καταναλωτικό μέγεθος και μάλιστα ατομικά καταναλισκόμενο. Και έτσι αυτός πού δεν έχει πιθανόν πραγματική ανάγκη θα καλείται να καταναλώσει σε δήθεν προληπτικές εξετάσεις και φάρμακα το πιστωτικό του όριο, αφού μάλιστα όπως προβλέπεται δε θα μπορεί να το μεταφέρει στην επόμενη χρονιά, ενώ αυτός που πραγματικά θα έχει σοβαρή ανάγκη και αυξημένα προβλήματα θα είναι αναγκασμένος να τρέχει για αιτήσεις επιπλέον χρηματοδότησης χωρίς καμιά εγγύηση ότι θα εγκριθούν, οπότε τελικά θα πληρώνει από την τσέπη του. Ως μηχανισμός συγκράτησης του κόστους εισάγονται τα προληπτικά διαγνωστικά και θεραπευτικά πρωτόκολλα που θα καθορίζονται από το ΚΕΣΥ και εντός των οποίων θα είναι υποχρεωμένοι να κινηθούν όλοι οι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς που θα παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη. Εισάγεται δηλαδή μια άκρως μηχανιστική αντεπιστημονική και χυδαία οικονομίστικη αντίληψη που θα στραγγαλίζει την εξατομικευμένη πραγματική ανάγκη του πάσχοντα, αφήνοντάς την αναπάντητη, ενώ από την άλλη θα πριμοδοτεί τα ιδιωτικά “τσεκαπάδικα” με συγκεκριμένα διαγνωστικά και «προληπτικά» πακέτα. (Η evidence based medicine στην υπηρεσία του νεοφιλελευθερισμού.)
Τα ασφαλιστικά ταμεία θα δουν συντομότατα τον κλάδο περίθαλψης να καταρρέει, εκτός και αν μειώσουν δραματικά τις παροχές(αν ελαχιστοποιήσουν δηλαδή το πιστωθέν αρχικό ποσό στην ηλεκτρονική πιστωτική κάρτα ή πάψουν να εγκρίνουν τις αιτήσεις για νέα πίστωση ή κατά δύο). Και επειδή οι εμπνευστές του νομοσχεδίου προβλέπουν την δυσκολία των ασφαλιστικών ταμείων να ανταπεξέλθουν στα νέα βάρη τα προτρέπουν να συμβληθούν με εμπορικές τράπεζες!! για να αποπληρώνουν άμεσα τις οφειλές τους προς τους «προμηθευτές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας».
Το σχέδιο προβλέπει την αρχική πιλοτική του εφαρμογή στον ΟΠΑΔ για πέντε χρόνια και μετά την υπαγωγή και των άλλων ταμείων. Ξεκινούν βέβαια από τον ΟΠΑΔ γιατί είναι ο ασφαλιστικός οργανισμός πού έχει ήδη τις περισσότερες συμβάσεις με ιδιώτες στο επίπεδο της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης.
Εξωφρενικά είναι και τα όσα προβλέπονται για τον οικογενειακό γιατρό, το ρόλο του οποίου σε ένα τέτοιο αγοραίο εμπορευματικό τοπίο μπορεί φυσικά να παίξει ακόμα και ο οφθαλμίατρος(!!!)κατά το λατρευτό μας υπουργό κ Αβραμόπουλο, αφού άλλωστε αυτός δε θα κάνει τίποτε άλλο πέρα από το μάνατζερ που θα κατευθύνει τον ασφαλισμένο στην ενιαία αγορά πρωτοβάθμιων ιατρικών υπηρεσιών.